Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Υψηλή ανάπτυξη, χαμηλά οι πραγματικοί μισθοί

Ανάπτυξη 1,9% για την οικονομία το 2026 εκτιμά το ΕΔΣ - Το μεγάλο στοίχημα μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης
Στέρεη δημοσιονομική θέση και προοπτικές για ισχυρή αναπτυξιακή πορεία το 2026, διαθέτει η ελληνική οικονομία σύμφωνα με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Αυτό, ωστόσο που καταγράφεται και σ’ αυτή την έκθεση είναι ότι τα οφέλη της ανάπτυξης δεν διαχέονται στην κοινωνία και στους εργαζόμενους.
Στην έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου που βασίζεται σε στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επισημαίνεται ότι οι μισθοί στην Ελλάδα παρέμειναν στάσιμοι για δύο συναπτά έτη, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις του ελληνικού «success story», καθώς
ενώ η ελληνική οικονομία εμφανίζει από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην ΕΕ, με παράλληλη σταθερή μείωση της ανεργίας, οι αμοιβές εργασίας δεν αυξάνονται
Οπως τονίζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η εγχώρια οικονομία επέδειξε αντοχές και ανθεκτικότητα στη γεωπολιτική-οικονομική κρίση της Μέσης Ανατολής. Ομως το μεγάλο στοίχημα που έχει να κερδίσει -και θα διαμορφώσει το αναπτυξιακό της προφίλ τα επόμενα χρόνια - βρίσκεται μπροστά και μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάπτυξης.
Ο δρόμος, ωστόσο δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Τουναντίον η ελληνική οικονομία χωρίς τα ευρωπαϊκά κεφάλαια από το ΤΤΑ και «κουβαλώντας» χρόνιες παθογένειες όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, το υψηλό εξωτερικό χρέος και η μεγάλη εξάρτηση από την ιδιωτική κατανάλωση-ενώ η αγοραστική δύναμη βαίνει συρρικνωμένη- θα κληθεί να δώσει νέες εξετάσεις.
Στην Εαρινή Έκθεση το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι το 2025 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1%, άνω του μέσου όρου της ΕΕ, με εκτίμηση ανάπτυξης 1,9%. Το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025. Η θετική αυτή πορεία επιβεβαιώθηκε και το Α΄ τρίμηνο του 2026, με εκτίμηση για πρωτογενές πλεόνασμα στο σύνολο του έτους στο 3,2% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για έναν «ενάρετο» συνδυασμό πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και επεκτατικής δημοσιονομικής κατεύθυνσης, αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και των αυξημένων εσόδων που προέκυψαν από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του φορολογικού συστήματος, ο οποίος επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνηση να πετυχαίνει πλεόνασμα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις καθαρές δαπάνες για μέτρα στήριξης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών απέναντι στις πιέσεις του κόστους ζωής.
Ωστόσο, η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Οι χρόνιες διαρθρωτικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας, όπως η υψηλή ανεργία, ιδίως στους νέους, η χαμηλή παραγωγικότητα και το υψηλό εξωτερικό χρέος, σε συνδυασμό με τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, καθιστούν αναγκαία την ανάδειξη νέων μοχλών ανάπτυξης.
Σύμφωνα με το ΕΔΣ, η βιωσιμότητα της οικονομικής προόδου προϋποθέτει, συνεπώς, τη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής παράλληλα με την εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως σε τομείς όπου η Ελλάδα υστερεί έναντι των εταίρων της στην ΕΕ, αλλά οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν ως κινητήριες δυνάμεις της μελλοντικής ανάπτυξης.
«Παγωμένοι» οι πραγματικοί μισθοί
Το ΕΔΣ κάνει ιδιαίτερη μνεία στις έντονες πληθωριστικές πιέσεις που σάρωσαν τις όποιες αυξήσεις στους μισθούς και επί της ουσίας περιόρισαν την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Όπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού το 2022 και 2023 επηρέασαν αρνητικά τους πραγματικούς μισθούς, αν και η τάση αυτή φαίνεται να αντιστράφηκε το 2024. Ωστόσο, ο υψηλός δομικός πληθωρισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025, περιόρισε την αύξηση των πραγματικών μισθών.
Παρά την πρόσφατη βελτίωση, ο καθαρός μέσος μηνιαίος μισθός προσαρμοσμένος ως προς το κόστος ζωής, εξακολουθεί να παραμένει σημαντικά χαμηλότερος στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
Περαιτέρω αύξηση των μισθών θα είναι ωφέλιμη-σημειώνεται στην έκθεση- τόσο σε μικροοικονομικό επίπεδο, μέσω της ενίσχυσης του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών, όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο, μέσω της τόνωσης της συνολικής ζήτησης, στο βαθμό που συνοδεύεται από διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη και βελτίωση της παραγωγικότητας, η οποία παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα στην Ελλάδα.


Πηγή: sofokleousin.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: