Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Αποϊδιωτικοποίηση: το στοίχημα για την επιβίωση του ΕΣΥ

Η δραματική επιδείνωση της κατάστασης στις δημόσιες δομές Υγείας και η συνεχής οικονομική επιβάρυνση των πολιτών για να έχουν μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αποτελούν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Ό,τι και να λέει, με τη γνωστή του θρασύτητα και τοξικότητα ο υπουργός Υγείας, όσες κορδέλες και να κόβει και όσες γελοιότητες και να εκστομίζει για « το καλύτερο ΕΣΥ όλων των εποχών», οι άνθρωποι της Υγείας και κυρίως οι πολίτες ξέρουν « από πρώτο χέρι» τι ακριβώς συμβαίνει. Ολοένα και περισσότεροι πολίτες συνειδητοποιούν αυτό τον καιρό ότι δεν έχουμε ένα ΕΣΥ με διαχρονικά προβλήματα, ελλείψεις και δυσκολίες, που σιγά σιγά αντιμετωπίζονται. Η σκληρή αλήθεια είναι ότι πλέον έχουμε ένα αποδιοργανωμένο ΕΣΥ που έχει πλήρως «μεταλλαχθεί», που έχει απολέσει οριστικά την αρχική του φιλοσοφία της ισότιμης, καθολικής και δωρεάν κάλυψης των αναγκών Υγείας των ανθρώπων και που τώρα αδυνατεί να ανταποκριθεί στα στοιχειώδη: να εφημερεύουν με ασφάλεια τα νοσοκομεία της επαρχίας, να μπορείς να κλείσεις σε ανεκτό χρόνο ραντεβού στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, να μπορείς να χειρουργηθείς έγκαιρα για μια σοβαρή και απειλητική για τη ζωή πάθηση (π.χ καρκίνος). Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΤΕΚΝΥ, τα ογκολογικά περιστατικά κατευθύνονται στην πλειονότητα τους στον ιδιωτικό τομέα (βλ. Το Βήμα, 22.3.2026, αφιέρωμα στην Υγεία). Αν αυτό δεν είναι οικτρή αποτυχία του δημόσιου Συστήματος Υγείας, τότε τι είναι;
Ίσως όμως η πιο μεγάλη ήττα για το ΕΣΥ είναι η ραγδαία αύξηση των ιδιωτικών δαπανών υγείας και η έκρηξη των ακάλυπτων υγειονομικών αναγκών του πληθυσμού. Η ΕΛΣΤΑΤ, στην πρόσφατη έκθεσή της για την Υγεία, καταγράφει αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης Υγείας κατά 1,85 δισ. ευρώ μεταξύ 2020 και 2024. Από αυτές τις πληρωμές, το 1,5 δισ. είναι η επιπλέον συμμετοχή των ασθενών στο κόστος για φάρμακα, εξετάσεις, νοσηλεία, αποκατάσταση κ.λπ. και τα 300 εκατ. είναι η επιπλέον δαπάνη για ιδιωτική ασφάλιση υγείας. Κάθε χρόνο, δηλαδή, οι πολίτες της χώρας πληρώνουν από την τσέπη τους σχεδόν 2 δισ. ευρώ παραπάνω (συγκριτικά με 5 χρόνια πριν) για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Τρομερή κυβερνητική επιτυχία! Και μάλιστα σε μια συγκυρία αυξημένης χρηματοδότησης της Υγείας από το Ταμείο Ανάκαμψης (με πάνω από 1,7 δισ. ευρώ). Μπορεί όντως να έχουν αυξηθεί οι δημόσιες δαπάνες Υγείας (όπως σε όλο τον κόσμο μετά την πανδημία ), αλλά ο ρυθμός αύξησης των ιδιωτικών στη χώρα μας είναι σχεδόν διπλάσιος. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός τής (έμμεσης) ιδιωτικοποίησης του Συστήματος Υγείας, η οποία ενισχύεται με κάθε κυβερνητικό μέτρο και που βεβαίως θα ολοκληρωθεί με παρεμβάσεις άμεσης ιδιωτικοποίησης, όπως η προσεχής εμπλοκή των ασφαλιστικών εταιρειών στη λειτουργία και στη διοίκηση των δημόσιων νοσοκομείων.
Αύξηση υγειονομικών ανισοτήτων
Όπως πολύ καλά ξέρουμε, η ιδιωτικοποίηση στην Υγεία αυξάνει τις υγειονομικές ανισότητες. Γι’ αυτό και είμαστε στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στους σχετικούς δείκτες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 13,4% του πληθυσμού και το 20,5% των φτωχών πολιτών της χώρας μας στερούνται αναγκαία ιατρική περίθαλψη, κυρίως λόγω οικονομικής αδυναμίας. Υπάρχει μελέτη του ΙΟΒΕ η οποία ανεβάζει τις ανεκπλήρωτες ανάγκες Υγείας στο 32% των ατόμων που ανήκουν στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο. Αυτό εξηγεί και γιατί, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, η προσβασιμότητα και η ποιότητα του Συστήματος Υγείας απασχολεί το 49% των Ελλήνων. Ενώ, σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση της Prorata, οι πολίτες θεωρούν ως τρίτο σε σημασία πρόβλημα της χώρας (μετά την ακρίβεια και τη διαφθορά) την κατάσταση στο ΕΣΥ.
Σήμερα λοιπόν από το «Υγεία για όλους» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας οδεύουμε ολοταχώς στην κοινωνική βαρβαρότητα του «Υγεία για όσους έχουν λεφτά»! Αυτό δεν έτυχε, πέτυχε! Είναι πολιτικό σχέδιο μιας σκληρά νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης, που έχει «δυσανεξία» στις δημόσιες δομές και ομνύει στην υπεροχή του ιδιωτικού τομέα Υγείας. Μιας κυβέρνησης που δεν έμαθε τίποτα από την πανδημία και αγνοεί επιδεικτικά τη –διεθνώς αποδεκτή– ανάγκη γενναίας επένδυσης σε ισχυρά και αξιόπιστα δημόσια Συστήματα Υγείας, που σέβονται και ανταμείβουν αξιοπρεπώς το ανθρώπινο δυναμικό τους.
Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε ένα κομβικό σημείο, όπου η αποδιοργάνωση της δημόσιας περίθαλψης αρχίζει να γίνεται μη αναστρέψιμη. Και το μείζον πρόβλημα δεν είναι οι υποδομές, ο εξοπλισμός και η ψηφιοποίηση του συστήματος, αλλά η «κατάρρευση ηθικού» των ανθρώπων του ΕΣΥ. Γιατί το κουρασμένο, εξουθενωμένο και απογοητευμένο προσωπικό δεν βλέπει καμιά προοπτική βελτίωσης των σημερινών απαράδεκτων εργασιακών και μισθολογικών συνθηκών. Η πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων ότι η γιατρός Ελένη Ιωαννίδου εξαναγκάστησε σε παραίτηση από το Νοσοκομείο Ρεθύμνου πιστοποιεί την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης για το κύμα φυγής των γιατρών από το ΕΣΥ. Τώρα και με τη «βούλα» της Δικαιοσύνης τεκμηριώνεται ότι πίσω από την πρωτόγνωρη κρίση στελέχωσης των δημόσιων νοσοκομείων υπάρχει η εξάντληση των ψυχοσωματικών αντοχών των υγειονομικών και το «σύνδρομο burn out» των ανθρώπων της πρώτης γραμμής.
Στοίχημα για την Αριστερά η επιβίωση του ΕΣΥ
Πώς αλλάζει η διαλυτική συνθήκη στο Σύστημα Υγείας; Εδώ οφείλουμε να είμαστε πολύ ξεκάθαροι. Για την Αριστερά, το στοίχημα για την επιβίωση του ΕΣΥ οφείλει να είναι η αποϊδιωτικοποίησή του και η γενναία επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του. Η διαχωριστική γραμμή δεν είναι διαφθορά ή εντιμότητα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Το πολιτικό δίλημμα είναι πολύ απλό: στρατηγική μείωσης των ιδιωτικών δαπανών υγείας και ριζικής αναδιοργάνωσης του δημόσιου συστήματος υγείας ή απλώς «νοικοκύρεμα» και έντιμη διαχείριση, έστω με αναβάθμιση των αποδοχών των υγειονομικών; Επιπλέον πόροι (προσωπικό, χρηματοδότηση , νέες δομές και υπηρεσίες) που θα εξασφαλίσουν την επάρκεια και ποιότητα της δημόσιας περίθαλψης ή απλώς «ηθική επανάσταση» στο σύστημα; Παρότι προφανώς η ηθικοποίηση και η θεσμική θωράκιση του Συστήματος Υγείας πρέπει να είναι διαρκής στόχος, χωρίς συνολικό σχέδιο ανάκτησης του δημόσιου χαρακτήρα του ΕΣΥ, χωρίς δραστική «ένεση» υγειονομικού προσωπικού όλων των κατηγοριών, χωρίς σοβαρή αναβάθμιση των συνθηκών εργασίας, αμοιβής και επιστημονικής εξέλιξης των επαγγελματιών Υγείας και, κυρίως, χωρίς διπλασιασμό των καθαρών αποδοχών των γιατρών του ΕΣΥ, δεν υπάρχει σωτηρία.
Μόνο με εντιμότητα δεν μπορεί να υπάρξει σύγκλιση με την Ευρώπη στις δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ, ούτε αισθητή μείωση των οικονομικών επιβαρύνσεων των πολιτών. Είναι «ζήτημα ζωής και θανάτου» η επιστροφή του ΕΣΥ στις ιδρυτικές αξίες της ισότητας και της καθολικότητας, είναι θεμελιώδης προτεραιότητα να ξαναγίνει πραγματικά δημόσιο και αξιόπιστο και φυσικά να είναι προσβάσιμο σε όλους χωρίς οικονομική επιβάρυνση την ώρα της ανάγκης. Αυτό πρακτικά σημαίνει την ακύρωση όλων των ρυθμίσεων που ενισχύουν την ιδιωτικοποίηση του συστήματος (ιδιωτικό ιατρείο των γιατρών ΕΣΥ και των πανεπιστημιακών, απασχόλησή τους σε ιδιωτικές κλινικές, αλλαγή νομικού καθεστώτος νοσοκομείων από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ, ιδιωτικά συνεργεία). Το βασικό στοίχημα όμως για μια αριστερή πολιτική Υγείας είναι να μπορέσει το ΕΣΥ να καλύψει με επάρκεια και ποιότητα επιπλέον ανάγκες, οι οποίες σήμερα είναι ιδιωτική –και συνήθως ακριβή– υπόθεση (π.χ. ΠΦΥ, υπηρεσίες ψυχικής υγείας, φυσικοθεραπεία-αποκατάσταση, οδοντιατρική περίθαλψη, κατ’ οίκον φροντίδα, δομές για αναπηρία, άνοια, αυτισμό, ψυχική νόσο, φροντίδα τελικού σταδίου, γηριατρική φροντίδα κ.λπ.).
Και για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω, χρειάζεται προφανώς η βιώσιμη χρηματοδότηση του Συστήματος Υγείας, μέσα από τη δίκαιη φορολόγηση του πλούτου και την αναδιανομή πόρων υπέρ των συλλογικών αγαθών και του κοινωνικού κράτους.

Ανδρέας Ξανθός
Πηγή: epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: