Η χώρα μας βλέπει την «πλάτη» των χωρών του πρώην Ανατολικού μπλοκ με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης
Στην πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται η Ελλάδα με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ενώ διατηρεί και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας.
Στην πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται η Ελλάδα με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ενώ διατηρεί και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας.
Φαίνεται ότι η συσσώρευση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων δημιουργεί μια επίπλαστη εικόνα οικονομικής ευμάρειας στην Ελλάδα, αλλά η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική καθώς πάνω από το 25% του πληθυσμού ζει στα όρια της φτώχειας.
Παράλληλα η ακρίβεια σε βασικά είδη διατροφής και στη στέγαση επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση των φτωχών νοικοκυριών, τα οποία στερούνται βασικά υλικά αγαθά και υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στην έκδοση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής « Η ΕΛΛΑΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ», η χώρα μας βλέπει την «πλάτη» των χωρών του πρώην Ανατολικού μπλοκ, οι οποίες μας έχουν ξεπεράσει, ενώ η χώρα μας ασθμαίνει καθώς το μέσο εισόδημα είναι κατά 30% χαμηλότερο του μέσου κοινοτικού όρου.
Ειδικότερα, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα ήταν στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία, που ήταν στο 66% του μέσου κοινοτικού όρου.
Πίσω από την Ελλάδα βρίσκεται η Λετονία με 71%, η Σλοβακία με 75%, η Κροατία και η Ουγγαρία με 77%, η Ρουμανία με 78% και Εσθονία και Πολωνία με 79%.
Στον αντίποδα, το υψηλότερο κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης έχουν το Λουξεμβούργο με 242% επί του μέσου κοινοτικού όρου, η Ιρλανδία με 211%, η Ολλανδία με 136%, η Δανία με 128% και η Αυστρία με 116%.
Τι είναι οι μονάδες αγοραστικής δύναμης
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) μετρά την οικονομική ευημερία μιας χώρας, προσαρμόζοντας το ΑΕΠ ανά κάτοικο για τις διαφορές στο κόστος ζωής, ώστε να επιτρέπονται δίκαιες συγκρίσεις μεταξύ χωρών.
Αυτό γίνεται με τη χρήση μιας κοινής νομισματικής μονάδας που εξαλείφει τις διαφορές στις τιμές, με τον μέσο όρο της ΕΕ να ορίζεται στο 100, ώστε να φαίνεται πόσο πάνω ή κάτω βρίσκεται μια χώρα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αντί να χρησιμοποιεί την ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία (π.χ. ευρώ προς δολάρια), που επηρεάζεται από την αγορά, η ΜΑΔ χρησιμοποιεί μια "θεωρητική" ισοτιμία που δείχνει πόσο κοστίζει ένα σταθερό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε κάθε χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα υψηλότερο ποσοστό σε ΜΑΔ σημαίνει ότι οι κάτοικοι μιας χώρας μπορούν να αγοράσουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με το εισόδημά τους, σε σύγκριση με κάποιον σε άλλη χώρα με το ίδιο εισόδημα, σε ονομαστικές τιμές.
Δίνεται έτσι μια πιο ρεαλιστική εικόνα του βιοτικού επιπέδου, καθώς λαμβάνει υπόψη ότι 100 ευρώ έχουν διαφορετική αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα και διαφορετική στη Βουλγαρία, τη Γερμανία, τη Γαλλία ή την Εσθονία.
Από τη σύγκριση αυτή, η Ελλάδα τοποθετείται στην προτελευταία θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοιχείο που δείχνει ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, μετά από 8 χρόνια μνημονίων και δραματικών περικοπών μισθών και συντάξεων, καθώς και από την έκρηξη της ακρίβειας την τελευταία πενταετία.
Πηγή: sofokleousin.gr
Παράλληλα η ακρίβεια σε βασικά είδη διατροφής και στη στέγαση επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση των φτωχών νοικοκυριών, τα οποία στερούνται βασικά υλικά αγαθά και υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στην έκδοση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής « Η ΕΛΛΑΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ», η χώρα μας βλέπει την «πλάτη» των χωρών του πρώην Ανατολικού μπλοκ, οι οποίες μας έχουν ξεπεράσει, ενώ η χώρα μας ασθμαίνει καθώς το μέσο εισόδημα είναι κατά 30% χαμηλότερο του μέσου κοινοτικού όρου.
Ειδικότερα, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα ήταν στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία, που ήταν στο 66% του μέσου κοινοτικού όρου.
Πίσω από την Ελλάδα βρίσκεται η Λετονία με 71%, η Σλοβακία με 75%, η Κροατία και η Ουγγαρία με 77%, η Ρουμανία με 78% και Εσθονία και Πολωνία με 79%.
Στον αντίποδα, το υψηλότερο κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης έχουν το Λουξεμβούργο με 242% επί του μέσου κοινοτικού όρου, η Ιρλανδία με 211%, η Ολλανδία με 136%, η Δανία με 128% και η Αυστρία με 116%.
Τι είναι οι μονάδες αγοραστικής δύναμης
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) μετρά την οικονομική ευημερία μιας χώρας, προσαρμόζοντας το ΑΕΠ ανά κάτοικο για τις διαφορές στο κόστος ζωής, ώστε να επιτρέπονται δίκαιες συγκρίσεις μεταξύ χωρών.
Αυτό γίνεται με τη χρήση μιας κοινής νομισματικής μονάδας που εξαλείφει τις διαφορές στις τιμές, με τον μέσο όρο της ΕΕ να ορίζεται στο 100, ώστε να φαίνεται πόσο πάνω ή κάτω βρίσκεται μια χώρα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αντί να χρησιμοποιεί την ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία (π.χ. ευρώ προς δολάρια), που επηρεάζεται από την αγορά, η ΜΑΔ χρησιμοποιεί μια "θεωρητική" ισοτιμία που δείχνει πόσο κοστίζει ένα σταθερό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε κάθε χώρα.
Στο πλαίσιο αυτό, ένα υψηλότερο ποσοστό σε ΜΑΔ σημαίνει ότι οι κάτοικοι μιας χώρας μπορούν να αγοράσουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με το εισόδημά τους, σε σύγκριση με κάποιον σε άλλη χώρα με το ίδιο εισόδημα, σε ονομαστικές τιμές.
Δίνεται έτσι μια πιο ρεαλιστική εικόνα του βιοτικού επιπέδου, καθώς λαμβάνει υπόψη ότι 100 ευρώ έχουν διαφορετική αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα και διαφορετική στη Βουλγαρία, τη Γερμανία, τη Γαλλία ή την Εσθονία.
Από τη σύγκριση αυτή, η Ελλάδα τοποθετείται στην προτελευταία θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοιχείο που δείχνει ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, μετά από 8 χρόνια μνημονίων και δραματικών περικοπών μισθών και συντάξεων, καθώς και από την έκρηξη της ακρίβειας την τελευταία πενταετία.
Πηγή: sofokleousin.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου