Ο Άλμπερτ Άινσταιν, ο μεγάλος παγκόσμιος επιστήμονας τον Μάιο του 1949 έγραψε το άρθρο «Why Socialism?» και το δημοσίευσε στο Monthly Review.
Γιατί επέλεξε να γράψει ένα τέτοιο άρθρο;
Γιατί επέλεξε να γράψει ένα τέτοιο άρθρο;
Πρώτον, λόγω συγκυρίας. Το περιοδικό ιδρύθηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή από τους Paul Sweezy και Leo Huberman ως μια σοσιαλιστική φωνή στις ΗΠΑ της αρχής της ψυχροπολεμικής περιόδου. Η συμβολή του Αϊνστάιν στο πρώτο τεύχος δεν ήταν τυχαία: λειτουργούσε ως δημόσια νομιμοποίηση του εγχειρήματος, δίνοντάς του κύρος και ορατότητα σε ένα περιβάλλον όπου οι σοσιαλιστικές ιδέες δέχονταν έντονη πολιτική πίεση.
Δεύτερον, ο ίδιος ο Αϊνστάιν είχε ήδη διαμορφώσει σαφή πολιτική τοποθέτηση. Από τη δεκαετία του 1930 υποστήριζε δημοκρατικές σοσιαλιστικές ιδέες, επηρεασμένος τόσο από την εμπειρία της ανόδου του φασισμού στην Ευρώπη όσο και από τις κοινωνικές ανισότητες που έβλεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το άρθρο είναι μια συστηματική απόπειρα να εξηγήσει γιατί θεωρεί τον καπιταλισμό δομικά προβληματικό (ανεργία, συγκέντρωση κεφαλαίου, χειραγώγηση της πληροφόρησης) και γιατί ένας σχεδιασμένος, δημοκρατικός σοσιαλισμός αποτελεί, κατά τη γνώμη του, αναγκαία διέξοδο.
Τρίτον, υπήρχε και ένα πιο «επιστημολογικό» κίνητρο. Ο Αϊνστάιν θέλει ρητά να απαντήσει στο ερώτημα αν ένας μη ειδικός (όπως ένας φυσικός) δικαιούται να μιλά για κοινωνικά ζητήματα. Το άρθρο είναι έτσι και μια υπεράσπιση της παρέμβασης των διανοουμένων στον δημόσιο χώρο, απέναντι στην ιδέα ότι μόνο οι «ειδικοί» της οικονομίας έχουν λόγο.
Τέλος, το κείμενο έχει χαρακτήρα προειδοποίησης. Στο κλίμα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με τον φόβο ενός νέου πολέμου (πλέον πυρηνικού), ο Αϊνστάιν θεωρούσε ότι η κρίση της κοινωνίας και η αποξένωση του ατόμου συνδέονται με την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Η παρέμβασή του στο περιοδικό αποσκοπεί στο να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης.
Όλοκληρο το άρθρο:
Είναι σκόπιμο για κάποιον που δεν είναι ειδικός σε οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα να εκφράζει απόψεις για το θέμα του σοσιαλισμού; Πιστεύω ότι, για αρκετούς λόγους, είναι.
Ας εξετάσουμε πρώτα το ζήτημα από την άποψη της επιστημονικής γνώσης. Θα μπορούσε να φανεί ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ της αστρονομίας και της οικονομίας: οι επιστήμονες και στους δύο τομείς επιχειρούν να ανακαλύψουν νόμους γενικής ισχύος για μια ορισμένη ομάδα φαινομένων, έτσι ώστε να καταστήσουν τη μεταξύ τους διασύνδεση όσο το δυνατόν πιο κατανοητή. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχουν μεθοδολογικές διαφορές. Η ανακάλυψη γενικών νόμων στον τομέα της οικονομίας καθίσταται δύσκολη εκ του γεγονότως ότι τα παρατηρούμενα οικονομικά φαινόμενα επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθούν χωριστά. Επιπλέον, η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί από την αρχή της λεγόμενης πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας έχει —όπως είναι γνωστό— επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό και περιοριστεί από αιτίες που δεν είναι καθόλου αποκλειστικά οικονομικής φύσης. Για παράδειγμα, τα περισσότερα από τα μεγάλα κράτη της ιστορίας όφειλαν την ύπαρξή τους στην κατάκτηση. Οι κατακτητές εγκαθιδρύθηκαν, νομικά και οικονομικά, ως η προνομιούχος τάξη της κατακτημένης χώρας. Ιδιοποιήθηκαν το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας της γης και διόρισαν ένα ιερατείο από τις δικές τους τάξεις. Οι ιερείς, ελέγχοντας την εκπαίδευση, κατέστησαν τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις τον μόνιμο θεσμό και δημιούργησαν ένα σύστημα αξιών, βάσει του οποίου οι άνθρωποι καθοδηγούνταν έκτοτε, σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα, στη κοινωνική τους συμπεριφορά.
Αλλά η ιστορική παράδοση είναι, κατά κάποιον τρόπο, υπόθεση του χθες· πουθενά δεν έχουμε πραγματικά υπερβεί αυτό που ο Thorstein Veblen ονόμασε «ληστρική φάση» της ανθρώπινης ανάπτυξης. Τα παρατηρήσιμα οικονομικά γεγονότα ανήκουν σε αυτή τη φάση και ακόμη και οι νόμοι που μπορούμε να συναγάγουμε από αυτά δεν είναι εφαρμόσιμοι σε άλλες φάσεις. Δεδομένου ότι ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι ακριβώς να υπερβεί και να προχωρήσει πέρα από τη ληστρική φάση της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομική επιστήμη στη σημερινή της κατάσταση μπορεί να ρίξει ελάχιστο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.
Δεύτερον, ο σοσιαλισμός κατευθύνεται προς έναν κοινωνικο-ηθικό σκοπό. Η επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει σκοπούς και, ακόμη λιγότερο, να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους· η επιστήμη μπορεί, το πολύ- πολύ, να παράσχει τα μέσα για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Αλλά οι ίδιοι οι σκοποί συλλαμβάνονται από προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδεώδη και —αν αυτοί οι σκοποί δεν αποδειχθούν άγονοι, αλλά ζωντανοί και ισχυροί— υιοθετούνται και προωθούνται από εκείνους τους πολλούς ανθρώπους που, κατά το ήμισυ ασυνείδητα, καθορίζουν τη βραδεία εξέλιξη της κοινωνίας.
Για αυτούς τους λόγους, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους όταν αφορά τα ανθρώπινα προβλήματα· και δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι οι ειδικοί είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται για ζητήματα που αφορούν την οργάνωση της κοινωνίας.
Αμέτρητες φωνές υποστηρίζουν εδώ και κάποιο καιρό ότι η ανθρώπινη κοινωνία διέρχεται μια κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Χαρακτηριστικό μιας τέτοιας κατάστασης είναι ότι τα άτομα αισθάνονται αδιάφορα ή ακόμη και εχθρικά προς την ομάδα, μικρή ή μεγάλη, στην οποία ανήκουν. Για να καταστήσω σαφέστερο αυτό που εννοώ, ας καταγράψω εδώ μια προσωπική εμπειρία. Πρόσφατα συζήτησα με έναν ευφυή και καλοπροαίρετο άνθρωπο την ενδεχόμενη απειλή ενός ακόμη πολέμου, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη της ανθρωπότητας, και παρατήρησα ότι μόνο μια υπερεθνική οργάνωση θα μπορούσε να προσφέρει προστασία από αυτόν τον κίνδυνο. Τότε ο συνομιλητής μου, πολύ ήρεμα και ψύχραιμα, μου είπε: «Γιατί είστε τόσο βαθιά αντίθετος με την εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους;»
Είμαι βέβαιος ότι πριν από μόλις έναν αιώνα κανείς δεν θα είχε διατυπώσει τόσο ελαφρά μια τέτοια δήλωση. Είναι η δήλωση ενός ανθρώπου που έχει προσπαθήσει μάταια να επιτύχει μια εσωτερική ισορροπία και έχει, λίγο-πολύ, χάσει την ελπίδα ότι θα τα καταφέρει. Είναι η έκφραση μιας οδυνηρής μοναξιάς και απομόνωσης από τις οποίες υποφέρουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας. Ποια είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;
Είναι εύκολο να θέτει κανείς τέτοια ερωτήματα, αλλά δύσκολο να τα απαντήσει με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας. Πρέπει, ωστόσο, να προσπαθήσω όσο καλύτερα μπορώ, αν και έχω πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι τα συναισθήματα και οι επιδιώξεις μας είναι συχνά αντιφατικά και ασαφή και ότι δεν μπορούν να εκφραστούν με εύκολους και απλούς τρόπους.
Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ένα μοναχικό και ένα κοινωνικό ον. Ως μοναχικό ον, επιδιώκει να προστατεύσει την ύπαρξή του και εκείνη όσων βρίσκονται πιο κοντά του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του. Ως κοινωνικό ον, επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και τη στοργή των συνανθρώπων του, να συμμετέχει στις χαρές τους, να τους παρηγορεί στις λύπες τους και να βελτιώνει τις συνθήκες της ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των ποικίλων, συχνά αντικρουόμενων, επιδιώξεων εξηγεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός ανθρώπου, και ο συγκεκριμένος συνδυασμός τους καθορίζει τον βαθμό στον οποίο ένα άτομο μπορεί να επιτύχει εσωτερική ισορροπία και να συμβάλει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι απολύτως πιθανό πως η σχετική ισχύς αυτών των δύο κινήτρων καθορίζεται, κατά κύριο λόγο, από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα που τελικά διαμορφώνεται καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον μέσα στο οποίο τυχαίνει να βρεθεί ένας άνθρωπος κατά την ανάπτυξή του, από τη δομή της κοινωνίας στην οποία μεγαλώνει, από την παράδοση αυτής της κοινωνίας και από την αξιολόγηση που αυτή αποδίδει σε συγκεκριμένους τύπους συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» σημαίνει, για το μεμονωμένο ανθρώπινο ον, το σύνολο των άμεσων και έμμεσων σχέσεών του με τους συγχρόνους του και με όλους τους ανθρώπους των προηγούμενων γενεών. Το άτομο είναι ικανό να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αγωνίζεται και να εργάζεται από μόνο του· αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία —στη φυσική, πνευματική και συναισθηματική του ύπαρξη— ώστε είναι αδύνατο να το σκεφτούμε ή να το κατανοήσουμε έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας. Είναι η «κοινωνία» που παρέχει στον άνθρωπο τροφή, ένδυση, κατοικία, τα εργαλεία της εργασίας, τη γλώσσα, τις μορφές της σκέψης και το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της σκέψης· η ζωή του καθίσταται δυνατή χάρη στην εργασία και τα επιτεύγματα των πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων του παρελθόντος και του παρόντος, που όλοι κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη «κοινωνία».
Είναι λοιπόν προφανές ότι η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία είναι ένα φυσικό γεγονός που δεν μπορεί να καταργηθεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των μυρμηγκιών και των μελισσών. Ωστόσο, ενώ ολόκληρη η διαδικασία της ζωής των μυρμηγκιών και των μελισσών καθορίζεται μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια από άκαμπτα, κληρονομικά ένστικτα, το κοινωνικό πρότυπο και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι εξαιρετικά μεταβλητές και επιδεκτικές αλλαγής. Η μνήμη, η ικανότητα δημιουργίας νέων συνδυασμών, το χάρισμα της προφορικής επικοινωνίας κατέστησαν δυνατές εξελίξεις στους ανθρώπους που δεν υπαγορεύονται από βιολογικές αναγκαιότητες. Τέτοιες εξελίξεις εκδηλώνονται στις παραδόσεις, στους θεσμούς και στις οργανώσεις, στη λογοτεχνία, στα επιστημονικά και τεχνικά επιτεύγματα, στα έργα τέχνης. Αυτό εξηγεί πώς συμβαίνει ώστε, κατά μία έννοια, ο άνθρωπος να μπορεί να επηρεάζει τη ζωή του μέσω της ίδιας του της συμπεριφοράς, και ότι σε αυτή τη διαδικασία η συνειδητή σκέψη και η βούληση μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο.
Ο άνθρωπος αποκτά κατά τη γέννησή του, μέσω της κληρονομικότητας, μια βιολογική συγκρότηση την οποία πρέπει να θεωρήσουμε σταθερή και αμετάβλητη, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών ορμών που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της ζωής του αποκτά μια πολιτισμική συγκρότηση, την οποία υιοθετεί από την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας και μέσω πολλών άλλων μορφών επιρροής. Είναι αυτή η πολιτισμική συγκρότηση που, με την πάροδο του χρόνου, υπόκειται σε μεταβολές και που καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας. Η σύγχρονη ανθρωπολογία μας έχει διδάξει, μέσω συγκριτικής έρευνας των λεγόμενων «πρωτόγονων» πολιτισμών, ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων μπορεί να διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τα επικρατούντα πολιτισμικά πρότυπα και τους τύπους οργάνωσης που κυριαρχούν σε μια κοινωνία. Σε αυτό μπορούν να στηρίξουν τις ελπίδες τους όσοι αγωνίζονται να βελτιώσουν τη μοίρα του ανθρώπου: τα ανθρώπινα όντα δεν είναι καταδικασμένα, λόγω της βιολογικής τους συγκρότησης, να αλληλοεξοντώνονται ή να βρίσκονται στο έλεος μιας σκληρής, αυτοεπιβαλλόμενης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πώς θα πρέπει να μεταβληθεί η δομή της κοινωνίας και η πολιτισμική στάση του ανθρώπου, ώστε η ανθρώπινη ζωή να καταστεί όσο το δυνατόν πιο ικανοποιητική, οφείλουμε να έχουμε διαρκώς επίγνωση του γεγονότος ότι υπάρχουν ορισμένες συνθήκες τις οποίες δεν μπορούμε να τροποποιήσουμε. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν υπόκειται, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, σε μεταβολή. Επιπλέον, οι τεχνολογικές και δημογραφικές εξελίξεις των τελευταίων αιώνων έχουν δημιουργήσει συνθήκες που ήρθαν για να μείνουν. Σε σχετικά πυκνοκατοικημένους πληθυσμούς, με τα αγαθά που είναι απαραίτητα για τη διατήρησή τους, μια ακραία διαίρεση της εργασίας και ένας υψηλά συγκεντρωμένος παραγωγικός μηχανισμός είναι απολύτως αναγκαίοι. Η εποχή που τα άτομα ή σχετικά μικρές ομάδες μπορούσαν να είναι πλήρως αυτάρκεις, ανατρέχοντας στο παρελθόν, φαίνεται τόσο ειδυλλιακή, ωστόσο έχει παρέλθει οριστικά. Δεν αποτελεί παρά ελάχιστα υπερβολική διατύπωση αν πούμε ότι η ανθρωπότητα συνιστά ήδη σήμερα μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.
Έχω πλέον φτάσει στο σημείο όπου μπορώ να υποδείξω συνοπτικά τι, κατά τη γνώμη μου, συνιστά την ουσία της κρίσης της εποχής μας. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Το άτομο έχει αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση από ποτέ της εξάρτησής του από την κοινωνία. Όμως δεν βιώνει αυτή την εξάρτηση ως θετικό πλεονέκτημα, ως οργανικό δεσμό, ως προστατευτική δύναμη, αλλά μάλλον ως απειλή για τα φυσικά του δικαιώματα ή ακόμη και για την οικονομική του ύπαρξη. Επιπλέον, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια ώστε οι εγωιστικές ορμές της συγκρότησής του ενισχύονται διαρκώς, ενώ οι κοινωνικές του ορμές, που είναι εκ φύσεως ασθενέστερες, φθίνουν προοδευτικά. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως της θέσης τους στην κοινωνία, υποφέρουν από αυτή τη διαδικασία αποσύνθεσης. Ασυνείδητα αιχμάλωτοι του ίδιου τους του εγωισμού, αισθάνονται ανασφαλείς, μόνοι και στερημένοι από την αφελή, απλή και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή, όσο σύντομη και επικίνδυνη κι αν είναι, μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτή υπάρχει σήμερα, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών, τα μέλη της οποίας προσπαθούν αδιάκοπα να στερήσουν το ένα από το άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας — όχι με τη βία, αλλά, σε γενικές γραμμές, με πιστή συμμόρφωση προς νομικά καθιερωμένους κανόνες. Από αυτή την άποψη, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα μέσα παραγωγής —δηλαδή η συνολική παραγωγική ικανότητα που απαιτείται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών καθώς και πρόσθετων κεφαλαιουχικών αγαθών— μπορούν νομικά να είναι, και ως επί το πλείστον είναι, ιδιωτική ιδιοκτησία ατόμων.
Για λόγους απλότητας, σε ότι πραγματεύομαι από εδώ και πέρα θα αποκαλώ «εργάτες» όλους εκείνους που δεν συμμετέχουν στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνήθη χρήση του όρου. Ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής βρίσκεται σε θέση να αγοράσει την εργατική δύναμη του εργάτη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα αγαθά, τα οποία γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το ουσιώδες σημείο αυτής της διαδικασίας είναι η σχέση μεταξύ αυτού που παράγει ο εργάτης και αυτού που πληρώνεται, και τα δύο μετρημένα σε όρους πραγματικής αξίας. Στον βαθμό που η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που λαμβάνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των αγαθών που παράγει, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και από τις απαιτήσεις των καπιταλιστών για εργατική δύναμη σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που ανταγωνίζονται για θέσεις εργασίας. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι, ακόμη και θεωρητικά, η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία του προϊόντος του.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών και εν μέρει επειδή η τεχνολογική ανάπτυξη και η αυξανόμενη διαίρεση της εργασίας ενθαρρύνουν τη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων παραγωγής εις βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, της οποίας η τεράστια ισχύς δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ακόμη και από μια δημοκρατικά οργανωμένη πολιτική κοινωνία. Αυτό ισχύει, διότι τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό ή επηρεάζονται με άλλους τρόπους από ιδιώτες καπιταλιστές, οι οποίοι, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, διαχωρίζουν το εκλογικό σώμα από το νομοθετικό σώμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εκπρόσωποι του λαού δεν προστατεύουν στην πραγματικότητα επαρκώς τα συμφέροντα των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, οι ιδιώτες καπιταλιστές ελέγχουν αναπόφευκτα, άμεσα ή έμμεσα, τις κύριες πηγές πληροφόρησης (Τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Έτσι, είναι εξαιρετικά δύσκολο —και στις περισσότερες περιπτώσεις εντελώς αδύνατο— για τον μεμονωμένο πολίτη να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει ευφυή χρήση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Η κατάσταση που επικρατεί σε μια οικονομία βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από δύο βασικές αρχές: πρώτον, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) ανήκουν ιδιωτικά και οι ιδιοκτήτες τα διαθέτουν όπως εκείνοι κρίνουν· δεύτερον, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Βεβαίως, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως μια «καθαρή» καπιταλιστική κοινωνία με αυτή την έννοια. Ιδιαίτερα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εργάτες, μέσω μακρών και σκληρών πολιτικών αγώνων, κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν μια κάπως βελτιωμένη μορφή της «ελεύθερης σύμβασης εργασίας» για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Ωστόσο, συνολικά, η σημερινή οικονομία δεν διαφέρει πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή πραγματοποιείται για το κέρδος και όχι για να χρησιμοποιούμε τα προϊόντα της. Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ώστε όλοι όσοι είναι ικανοί και πρόθυμοι να εργαστούν να βρίσκουν πάντοτε απασχόληση· ένας «στρατός ανέργων» σχεδόν πάντα υπάρχει. Ο εργάτης ζει διαρκώς με τον φόβο της απώλειας της εργασίας του. Δεδομένου ότι οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν μια επικερδή αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών περιορίζεται, και η μεγάλη δυσχέρεια είναι το αποτέλεσμα. Η τεχνολογική πρόοδος οδηγεί συχνά σε περισσότερη ανεργία αντί να ελαφρύνει το βάρος της εργασίας για όλους. Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, ευθύνεται για μια αστάθεια στη συσσώρευση και στη χρήση του κεφαλαίου, η οποία οδηγεί σε ολοένα και πιο σοβαρές κρίσεις. Ο απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας και σε εκείνη τη στρέβλωση της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων που ανέφερα προηγουμένως.
Αυτή τη στρέβλωση των ατόμων τη θεωρώ το χειρότερο κακό του καπιταλισμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό μας σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Μια υπερβολική ανταγωνιστική στάση εμφυσάται στον μαθητή, ο οποίος εκπαιδεύεται να λατρεύει την επιτυχία της απόκτησης ως προετοιμασία για τη μελλοντική του σταδιοδρομία.
Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να εξαλειφθούν αυτά τα σοβαρά δεινά, δηλαδή μέσω της εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, συνοδευόμενης από ένα εκπαιδευτικό σύστημα προσανατολισμένο σε κοινωνικούς στόχους. Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται με σχεδιασμένο τρόπο. Μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα κατανέμει την εργασία που πρέπει να γίνει σε όλους όσοι είναι ικανοί να εργαστούν και θα εγγυάται τα μέσα διαβίωσης σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Η εκπαίδευση του ατόμου, πέρα από την προώθηση των έμφυτων ικανοτήτων του, θα επιδιώκει να αναπτύξει σε αυτό ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους του, αντί της εξύμνησης της ισχύος και της επιτυχίας που χαρακτηρίζει τη σημερινή μας κοινωνία.
Ωστόσο, είναι αναγκαίο να θυμόμαστε ότι μια σχεδιασμένη οικονομία δεν ταυτίζεται ακόμη με τον σοσιαλισμό. Μια σχεδιασμένη οικονομία, ως τέτοια, μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί τη λύση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων: πώς είναι δυνατόν, δεδομένης της εκτεταμένης συγκέντρωσης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, να αποτραπεί η γραφειοκρατία από το να καταστεί παντοδύναμη και αυθαίρετη; Πώς μπορούν να προστατευθούν τα δικαιώματα του ατόμου και, μαζί με αυτά, να εξασφαλιστεί ένα δημοκρατικό αντίβαρο στην ισχύ της γραφειοκρατίας;
Η σαφήνεια ως προς τους στόχους και τα προβλήματα του σοσιαλισμού έχει τη μέγιστη σημασία στη μεταβατική εποχή μας. Δεδομένου ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η ελεύθερη και ανεμπόδιστη συζήτηση αυτών των ζητημάτων συνιστά ισχυρό ταμπού, θεωρώ ότι η ίδρυση αυτού του περιοδικού αποτελεί μια σημαντική δημόσια υπηρεσία.
Πηγή: epohi.gr
Δεύτερον, ο ίδιος ο Αϊνστάιν είχε ήδη διαμορφώσει σαφή πολιτική τοποθέτηση. Από τη δεκαετία του 1930 υποστήριζε δημοκρατικές σοσιαλιστικές ιδέες, επηρεασμένος τόσο από την εμπειρία της ανόδου του φασισμού στην Ευρώπη όσο και από τις κοινωνικές ανισότητες που έβλεπε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το άρθρο είναι μια συστηματική απόπειρα να εξηγήσει γιατί θεωρεί τον καπιταλισμό δομικά προβληματικό (ανεργία, συγκέντρωση κεφαλαίου, χειραγώγηση της πληροφόρησης) και γιατί ένας σχεδιασμένος, δημοκρατικός σοσιαλισμός αποτελεί, κατά τη γνώμη του, αναγκαία διέξοδο.
Τρίτον, υπήρχε και ένα πιο «επιστημολογικό» κίνητρο. Ο Αϊνστάιν θέλει ρητά να απαντήσει στο ερώτημα αν ένας μη ειδικός (όπως ένας φυσικός) δικαιούται να μιλά για κοινωνικά ζητήματα. Το άρθρο είναι έτσι και μια υπεράσπιση της παρέμβασης των διανοουμένων στον δημόσιο χώρο, απέναντι στην ιδέα ότι μόνο οι «ειδικοί» της οικονομίας έχουν λόγο.
Τέλος, το κείμενο έχει χαρακτήρα προειδοποίησης. Στο κλίμα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με τον φόβο ενός νέου πολέμου (πλέον πυρηνικού), ο Αϊνστάιν θεωρούσε ότι η κρίση της κοινωνίας και η αποξένωση του ατόμου συνδέονται με την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Η παρέμβασή του στο περιοδικό αποσκοπεί στο να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης.
Όλοκληρο το άρθρο:
Είναι σκόπιμο για κάποιον που δεν είναι ειδικός σε οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα να εκφράζει απόψεις για το θέμα του σοσιαλισμού; Πιστεύω ότι, για αρκετούς λόγους, είναι.
Ας εξετάσουμε πρώτα το ζήτημα από την άποψη της επιστημονικής γνώσης. Θα μπορούσε να φανεί ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις μεθοδολογικές διαφορές μεταξύ της αστρονομίας και της οικονομίας: οι επιστήμονες και στους δύο τομείς επιχειρούν να ανακαλύψουν νόμους γενικής ισχύος για μια ορισμένη ομάδα φαινομένων, έτσι ώστε να καταστήσουν τη μεταξύ τους διασύνδεση όσο το δυνατόν πιο κατανοητή. Στην πραγματικότητα, όμως, υπάρχουν μεθοδολογικές διαφορές. Η ανακάλυψη γενικών νόμων στον τομέα της οικονομίας καθίσταται δύσκολη εκ του γεγονότως ότι τα παρατηρούμενα οικονομικά φαινόμενα επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθούν χωριστά. Επιπλέον, η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί από την αρχή της λεγόμενης πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας έχει —όπως είναι γνωστό— επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό και περιοριστεί από αιτίες που δεν είναι καθόλου αποκλειστικά οικονομικής φύσης. Για παράδειγμα, τα περισσότερα από τα μεγάλα κράτη της ιστορίας όφειλαν την ύπαρξή τους στην κατάκτηση. Οι κατακτητές εγκαθιδρύθηκαν, νομικά και οικονομικά, ως η προνομιούχος τάξη της κατακτημένης χώρας. Ιδιοποιήθηκαν το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας της γης και διόρισαν ένα ιερατείο από τις δικές τους τάξεις. Οι ιερείς, ελέγχοντας την εκπαίδευση, κατέστησαν τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις τον μόνιμο θεσμό και δημιούργησαν ένα σύστημα αξιών, βάσει του οποίου οι άνθρωποι καθοδηγούνταν έκτοτε, σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα, στη κοινωνική τους συμπεριφορά.
Αλλά η ιστορική παράδοση είναι, κατά κάποιον τρόπο, υπόθεση του χθες· πουθενά δεν έχουμε πραγματικά υπερβεί αυτό που ο Thorstein Veblen ονόμασε «ληστρική φάση» της ανθρώπινης ανάπτυξης. Τα παρατηρήσιμα οικονομικά γεγονότα ανήκουν σε αυτή τη φάση και ακόμη και οι νόμοι που μπορούμε να συναγάγουμε από αυτά δεν είναι εφαρμόσιμοι σε άλλες φάσεις. Δεδομένου ότι ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι ακριβώς να υπερβεί και να προχωρήσει πέρα από τη ληστρική φάση της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομική επιστήμη στη σημερινή της κατάσταση μπορεί να ρίξει ελάχιστο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.
Δεύτερον, ο σοσιαλισμός κατευθύνεται προς έναν κοινωνικο-ηθικό σκοπό. Η επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει σκοπούς και, ακόμη λιγότερο, να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους· η επιστήμη μπορεί, το πολύ- πολύ, να παράσχει τα μέσα για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Αλλά οι ίδιοι οι σκοποί συλλαμβάνονται από προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδεώδη και —αν αυτοί οι σκοποί δεν αποδειχθούν άγονοι, αλλά ζωντανοί και ισχυροί— υιοθετούνται και προωθούνται από εκείνους τους πολλούς ανθρώπους που, κατά το ήμισυ ασυνείδητα, καθορίζουν τη βραδεία εξέλιξη της κοινωνίας.
Για αυτούς τους λόγους, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους όταν αφορά τα ανθρώπινα προβλήματα· και δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι οι ειδικοί είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται για ζητήματα που αφορούν την οργάνωση της κοινωνίας.
Αμέτρητες φωνές υποστηρίζουν εδώ και κάποιο καιρό ότι η ανθρώπινη κοινωνία διέρχεται μια κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Χαρακτηριστικό μιας τέτοιας κατάστασης είναι ότι τα άτομα αισθάνονται αδιάφορα ή ακόμη και εχθρικά προς την ομάδα, μικρή ή μεγάλη, στην οποία ανήκουν. Για να καταστήσω σαφέστερο αυτό που εννοώ, ας καταγράψω εδώ μια προσωπική εμπειρία. Πρόσφατα συζήτησα με έναν ευφυή και καλοπροαίρετο άνθρωπο την ενδεχόμενη απειλή ενός ακόμη πολέμου, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη της ανθρωπότητας, και παρατήρησα ότι μόνο μια υπερεθνική οργάνωση θα μπορούσε να προσφέρει προστασία από αυτόν τον κίνδυνο. Τότε ο συνομιλητής μου, πολύ ήρεμα και ψύχραιμα, μου είπε: «Γιατί είστε τόσο βαθιά αντίθετος με την εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους;»
Είμαι βέβαιος ότι πριν από μόλις έναν αιώνα κανείς δεν θα είχε διατυπώσει τόσο ελαφρά μια τέτοια δήλωση. Είναι η δήλωση ενός ανθρώπου που έχει προσπαθήσει μάταια να επιτύχει μια εσωτερική ισορροπία και έχει, λίγο-πολύ, χάσει την ελπίδα ότι θα τα καταφέρει. Είναι η έκφραση μιας οδυνηρής μοναξιάς και απομόνωσης από τις οποίες υποφέρουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας. Ποια είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;
Είναι εύκολο να θέτει κανείς τέτοια ερωτήματα, αλλά δύσκολο να τα απαντήσει με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας. Πρέπει, ωστόσο, να προσπαθήσω όσο καλύτερα μπορώ, αν και έχω πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι τα συναισθήματα και οι επιδιώξεις μας είναι συχνά αντιφατικά και ασαφή και ότι δεν μπορούν να εκφραστούν με εύκολους και απλούς τρόπους.
Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ένα μοναχικό και ένα κοινωνικό ον. Ως μοναχικό ον, επιδιώκει να προστατεύσει την ύπαρξή του και εκείνη όσων βρίσκονται πιο κοντά του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του. Ως κοινωνικό ον, επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και τη στοργή των συνανθρώπων του, να συμμετέχει στις χαρές τους, να τους παρηγορεί στις λύπες τους και να βελτιώνει τις συνθήκες της ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των ποικίλων, συχνά αντικρουόμενων, επιδιώξεων εξηγεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός ανθρώπου, και ο συγκεκριμένος συνδυασμός τους καθορίζει τον βαθμό στον οποίο ένα άτομο μπορεί να επιτύχει εσωτερική ισορροπία και να συμβάλει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι απολύτως πιθανό πως η σχετική ισχύς αυτών των δύο κινήτρων καθορίζεται, κατά κύριο λόγο, από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα που τελικά διαμορφώνεται καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον μέσα στο οποίο τυχαίνει να βρεθεί ένας άνθρωπος κατά την ανάπτυξή του, από τη δομή της κοινωνίας στην οποία μεγαλώνει, από την παράδοση αυτής της κοινωνίας και από την αξιολόγηση που αυτή αποδίδει σε συγκεκριμένους τύπους συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» σημαίνει, για το μεμονωμένο ανθρώπινο ον, το σύνολο των άμεσων και έμμεσων σχέσεών του με τους συγχρόνους του και με όλους τους ανθρώπους των προηγούμενων γενεών. Το άτομο είναι ικανό να σκέφτεται, να αισθάνεται, να αγωνίζεται και να εργάζεται από μόνο του· αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία —στη φυσική, πνευματική και συναισθηματική του ύπαρξη— ώστε είναι αδύνατο να το σκεφτούμε ή να το κατανοήσουμε έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας. Είναι η «κοινωνία» που παρέχει στον άνθρωπο τροφή, ένδυση, κατοικία, τα εργαλεία της εργασίας, τη γλώσσα, τις μορφές της σκέψης και το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της σκέψης· η ζωή του καθίσταται δυνατή χάρη στην εργασία και τα επιτεύγματα των πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων του παρελθόντος και του παρόντος, που όλοι κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη «κοινωνία».
Είναι λοιπόν προφανές ότι η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία είναι ένα φυσικό γεγονός που δεν μπορεί να καταργηθεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των μυρμηγκιών και των μελισσών. Ωστόσο, ενώ ολόκληρη η διαδικασία της ζωής των μυρμηγκιών και των μελισσών καθορίζεται μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια από άκαμπτα, κληρονομικά ένστικτα, το κοινωνικό πρότυπο και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι εξαιρετικά μεταβλητές και επιδεκτικές αλλαγής. Η μνήμη, η ικανότητα δημιουργίας νέων συνδυασμών, το χάρισμα της προφορικής επικοινωνίας κατέστησαν δυνατές εξελίξεις στους ανθρώπους που δεν υπαγορεύονται από βιολογικές αναγκαιότητες. Τέτοιες εξελίξεις εκδηλώνονται στις παραδόσεις, στους θεσμούς και στις οργανώσεις, στη λογοτεχνία, στα επιστημονικά και τεχνικά επιτεύγματα, στα έργα τέχνης. Αυτό εξηγεί πώς συμβαίνει ώστε, κατά μία έννοια, ο άνθρωπος να μπορεί να επηρεάζει τη ζωή του μέσω της ίδιας του της συμπεριφοράς, και ότι σε αυτή τη διαδικασία η συνειδητή σκέψη και η βούληση μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο.
Ο άνθρωπος αποκτά κατά τη γέννησή του, μέσω της κληρονομικότητας, μια βιολογική συγκρότηση την οποία πρέπει να θεωρήσουμε σταθερή και αμετάβλητη, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών ορμών που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της ζωής του αποκτά μια πολιτισμική συγκρότηση, την οποία υιοθετεί από την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας και μέσω πολλών άλλων μορφών επιρροής. Είναι αυτή η πολιτισμική συγκρότηση που, με την πάροδο του χρόνου, υπόκειται σε μεταβολές και που καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σχέση μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας. Η σύγχρονη ανθρωπολογία μας έχει διδάξει, μέσω συγκριτικής έρευνας των λεγόμενων «πρωτόγονων» πολιτισμών, ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων μπορεί να διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με τα επικρατούντα πολιτισμικά πρότυπα και τους τύπους οργάνωσης που κυριαρχούν σε μια κοινωνία. Σε αυτό μπορούν να στηρίξουν τις ελπίδες τους όσοι αγωνίζονται να βελτιώσουν τη μοίρα του ανθρώπου: τα ανθρώπινα όντα δεν είναι καταδικασμένα, λόγω της βιολογικής τους συγκρότησης, να αλληλοεξοντώνονται ή να βρίσκονται στο έλεος μιας σκληρής, αυτοεπιβαλλόμενης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πώς θα πρέπει να μεταβληθεί η δομή της κοινωνίας και η πολιτισμική στάση του ανθρώπου, ώστε η ανθρώπινη ζωή να καταστεί όσο το δυνατόν πιο ικανοποιητική, οφείλουμε να έχουμε διαρκώς επίγνωση του γεγονότος ότι υπάρχουν ορισμένες συνθήκες τις οποίες δεν μπορούμε να τροποποιήσουμε. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν υπόκειται, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, σε μεταβολή. Επιπλέον, οι τεχνολογικές και δημογραφικές εξελίξεις των τελευταίων αιώνων έχουν δημιουργήσει συνθήκες που ήρθαν για να μείνουν. Σε σχετικά πυκνοκατοικημένους πληθυσμούς, με τα αγαθά που είναι απαραίτητα για τη διατήρησή τους, μια ακραία διαίρεση της εργασίας και ένας υψηλά συγκεντρωμένος παραγωγικός μηχανισμός είναι απολύτως αναγκαίοι. Η εποχή που τα άτομα ή σχετικά μικρές ομάδες μπορούσαν να είναι πλήρως αυτάρκεις, ανατρέχοντας στο παρελθόν, φαίνεται τόσο ειδυλλιακή, ωστόσο έχει παρέλθει οριστικά. Δεν αποτελεί παρά ελάχιστα υπερβολική διατύπωση αν πούμε ότι η ανθρωπότητα συνιστά ήδη σήμερα μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.
Έχω πλέον φτάσει στο σημείο όπου μπορώ να υποδείξω συνοπτικά τι, κατά τη γνώμη μου, συνιστά την ουσία της κρίσης της εποχής μας. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Το άτομο έχει αποκτήσει μεγαλύτερη επίγνωση από ποτέ της εξάρτησής του από την κοινωνία. Όμως δεν βιώνει αυτή την εξάρτηση ως θετικό πλεονέκτημα, ως οργανικό δεσμό, ως προστατευτική δύναμη, αλλά μάλλον ως απειλή για τα φυσικά του δικαιώματα ή ακόμη και για την οικονομική του ύπαρξη. Επιπλέον, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια ώστε οι εγωιστικές ορμές της συγκρότησής του ενισχύονται διαρκώς, ενώ οι κοινωνικές του ορμές, που είναι εκ φύσεως ασθενέστερες, φθίνουν προοδευτικά. Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως της θέσης τους στην κοινωνία, υποφέρουν από αυτή τη διαδικασία αποσύνθεσης. Ασυνείδητα αιχμάλωτοι του ίδιου τους του εγωισμού, αισθάνονται ανασφαλείς, μόνοι και στερημένοι από την αφελή, απλή και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή, όσο σύντομη και επικίνδυνη κι αν είναι, μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτή υπάρχει σήμερα, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών, τα μέλη της οποίας προσπαθούν αδιάκοπα να στερήσουν το ένα από το άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας — όχι με τη βία, αλλά, σε γενικές γραμμές, με πιστή συμμόρφωση προς νομικά καθιερωμένους κανόνες. Από αυτή την άποψη, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα μέσα παραγωγής —δηλαδή η συνολική παραγωγική ικανότητα που απαιτείται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών καθώς και πρόσθετων κεφαλαιουχικών αγαθών— μπορούν νομικά να είναι, και ως επί το πλείστον είναι, ιδιωτική ιδιοκτησία ατόμων.
Για λόγους απλότητας, σε ότι πραγματεύομαι από εδώ και πέρα θα αποκαλώ «εργάτες» όλους εκείνους που δεν συμμετέχουν στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνήθη χρήση του όρου. Ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής βρίσκεται σε θέση να αγοράσει την εργατική δύναμη του εργάτη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα αγαθά, τα οποία γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το ουσιώδες σημείο αυτής της διαδικασίας είναι η σχέση μεταξύ αυτού που παράγει ο εργάτης και αυτού που πληρώνεται, και τα δύο μετρημένα σε όρους πραγματικής αξίας. Στον βαθμό που η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που λαμβάνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των αγαθών που παράγει, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και από τις απαιτήσεις των καπιταλιστών για εργατική δύναμη σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που ανταγωνίζονται για θέσεις εργασίας. Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι, ακόμη και θεωρητικά, η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία του προϊόντος του.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών και εν μέρει επειδή η τεχνολογική ανάπτυξη και η αυξανόμενη διαίρεση της εργασίας ενθαρρύνουν τη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων παραγωγής εις βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, της οποίας η τεράστια ισχύς δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ακόμη και από μια δημοκρατικά οργανωμένη πολιτική κοινωνία. Αυτό ισχύει, διότι τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό ή επηρεάζονται με άλλους τρόπους από ιδιώτες καπιταλιστές, οι οποίοι, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, διαχωρίζουν το εκλογικό σώμα από το νομοθετικό σώμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι εκπρόσωποι του λαού δεν προστατεύουν στην πραγματικότητα επαρκώς τα συμφέροντα των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, οι ιδιώτες καπιταλιστές ελέγχουν αναπόφευκτα, άμεσα ή έμμεσα, τις κύριες πηγές πληροφόρησης (Τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Έτσι, είναι εξαιρετικά δύσκολο —και στις περισσότερες περιπτώσεις εντελώς αδύνατο— για τον μεμονωμένο πολίτη να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει ευφυή χρήση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Η κατάσταση που επικρατεί σε μια οικονομία βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται, συνεπώς, από δύο βασικές αρχές: πρώτον, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) ανήκουν ιδιωτικά και οι ιδιοκτήτες τα διαθέτουν όπως εκείνοι κρίνουν· δεύτερον, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Βεβαίως, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως μια «καθαρή» καπιταλιστική κοινωνία με αυτή την έννοια. Ιδιαίτερα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εργάτες, μέσω μακρών και σκληρών πολιτικών αγώνων, κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν μια κάπως βελτιωμένη μορφή της «ελεύθερης σύμβασης εργασίας» για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Ωστόσο, συνολικά, η σημερινή οικονομία δεν διαφέρει πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή πραγματοποιείται για το κέρδος και όχι για να χρησιμοποιούμε τα προϊόντα της. Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ώστε όλοι όσοι είναι ικανοί και πρόθυμοι να εργαστούν να βρίσκουν πάντοτε απασχόληση· ένας «στρατός ανέργων» σχεδόν πάντα υπάρχει. Ο εργάτης ζει διαρκώς με τον φόβο της απώλειας της εργασίας του. Δεδομένου ότι οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν μια επικερδή αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών περιορίζεται, και η μεγάλη δυσχέρεια είναι το αποτέλεσμα. Η τεχνολογική πρόοδος οδηγεί συχνά σε περισσότερη ανεργία αντί να ελαφρύνει το βάρος της εργασίας για όλους. Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, ευθύνεται για μια αστάθεια στη συσσώρευση και στη χρήση του κεφαλαίου, η οποία οδηγεί σε ολοένα και πιο σοβαρές κρίσεις. Ο απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας και σε εκείνη τη στρέβλωση της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων που ανέφερα προηγουμένως.
Αυτή τη στρέβλωση των ατόμων τη θεωρώ το χειρότερο κακό του καπιταλισμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό μας σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Μια υπερβολική ανταγωνιστική στάση εμφυσάται στον μαθητή, ο οποίος εκπαιδεύεται να λατρεύει την επιτυχία της απόκτησης ως προετοιμασία για τη μελλοντική του σταδιοδρομία.
Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να εξαλειφθούν αυτά τα σοβαρά δεινά, δηλαδή μέσω της εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, συνοδευόμενης από ένα εκπαιδευτικό σύστημα προσανατολισμένο σε κοινωνικούς στόχους. Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται με σχεδιασμένο τρόπο. Μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα κατανέμει την εργασία που πρέπει να γίνει σε όλους όσοι είναι ικανοί να εργαστούν και θα εγγυάται τα μέσα διαβίωσης σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Η εκπαίδευση του ατόμου, πέρα από την προώθηση των έμφυτων ικανοτήτων του, θα επιδιώκει να αναπτύξει σε αυτό ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους του, αντί της εξύμνησης της ισχύος και της επιτυχίας που χαρακτηρίζει τη σημερινή μας κοινωνία.
Ωστόσο, είναι αναγκαίο να θυμόμαστε ότι μια σχεδιασμένη οικονομία δεν ταυτίζεται ακόμη με τον σοσιαλισμό. Μια σχεδιασμένη οικονομία, ως τέτοια, μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί τη λύση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων: πώς είναι δυνατόν, δεδομένης της εκτεταμένης συγκέντρωσης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, να αποτραπεί η γραφειοκρατία από το να καταστεί παντοδύναμη και αυθαίρετη; Πώς μπορούν να προστατευθούν τα δικαιώματα του ατόμου και, μαζί με αυτά, να εξασφαλιστεί ένα δημοκρατικό αντίβαρο στην ισχύ της γραφειοκρατίας;
Η σαφήνεια ως προς τους στόχους και τα προβλήματα του σοσιαλισμού έχει τη μέγιστη σημασία στη μεταβατική εποχή μας. Δεδομένου ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η ελεύθερη και ανεμπόδιστη συζήτηση αυτών των ζητημάτων συνιστά ισχυρό ταμπού, θεωρώ ότι η ίδρυση αυτού του περιοδικού αποτελεί μια σημαντική δημόσια υπηρεσία.
Πηγή: epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου