Αυτός ο στίχος του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι μελοποιημένος από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ένας στίχος που ίσως θα μπορούσε να περιγράψει τον τρόπο που ταξίδευε (και ταξιδεύει ακόμα) το έργο του συνθέτη Θεοδωράκη σε μια μεγάλη και ατελείωτη παγκόσμια ακρόαση.
Αλήθεια, πόσοι από τους υμνητές του Θεοδωράκη, μετά την ομιλία του στο Σύνταγμα, μπορούν να δουν σε αυτόν τον στίχο το δάκρυ που είναι τόσο καυτό, διότι κουβαλάει το φλεγόμενο νήμα της ιστορίας των ανθρώπων;
Αλήθεια, πόσοι από τους λαλίστατους, από χθες, δημόσιους υμνητές του Θεοδωράκη – ακροδεξιοί πολιτικάντηδες, νοικοκυραίοι της «ενημέρωσης», κάτι σκόρπιοι πεθαμένοι χουνταίοι που αναστήθηκαν, ναζί και κρυφοφασισταριά – αντιλαμβάνονται έστω κι ένα γράμμα από τον μελοποιημένο στίχο του Αναγνωστάκη;




























