Κόσμος που συνωστίζεται μπροστά σε γκισέ ποικίλης ύλης, φορμάικα κατά
το πλείστον, αλλά και ξύλο, κατάλοιπο πεπαλαιωμένου μεγαλείου, μάρμαρο
σπανιότερα ή και άλλα πιο ταπεινά, πλην σύγχρονα υλικά.
Κόσμος που δεν έχει όνομα και πατρίδα, έτοιμος να μαλώσει για την
ουρά και την προτεραιότητα, αλλά και να γίνει λιώμα για κάποιον ή για
κάτι που θα του θυμίσει την περηφάνια ή τη λύπη του.
Κραυγές και ψίθυροι, αμηχανία, ώρες χαμένες που κανένας συγγραφέας
δεν θα τολμήσει να τις περιλάβει σε έναν τόμο μαζί με τις άλλες τις
ξανακερδισμένες.
Είναι οι ώρες που δεν θέλεις να θυμάσαι, δεν σου κάνει καλό να τις
αφηγείσαι γιατί βλέπεις το αδιέξοδο να πολλαπλασιάζεται, να γίνεται
μέγκενη και να παγώνει το χαμόγελο στο πρόσωπο του άλλου, που έχει ζήσει
τα ίδια σε κάποια άλλη υπηρεσία.





























