Σαν να πετάχτηκε απ' το κρεβάτι του μέσα σε εφιάλτη. Μένοντας μόνος,
ολομόναχος, έβαλε νερό στην καφετιέρα, έστω να συνομιλήσει με το
γουργουρητό της. Ανοιξε το ραδιόφωνο, να είναι και κάποιος άλλος στο
έρημο σπίτι. Το γουργουρητό της καφετιέρας έδειχνε σαν να ήταν
αλλοτριωμένη γλώσσα, που της ήταν φοβερά δύσκολο να το ξέρει η ίδια. Σαν
να έψαχνε η ίδια η μηχανή μια εξωτερική δικαιολογία για τη λειτουργία
της. Μια υπερβατολογική εξήγηση, αφού είχε χάσει, φαίνεται, προ πολλού
μια δική της απάντηση σε δικό της ερώτημα.
Η φράση αυτή του Πιερκαμίλο Νταβίγκο πέρασε αστραπιαία απ’ το μυαλό μου τη νύχτα που είδα στον «αέρα» του ΣΚΑΪ τον Ευάγγελο Βενιζέλο,
χωρίς ίχνος ντροπής, να ζητάει τα ρέστα από τους προστατευόμενους
μάρτυρες ("κουκουλοφόρους" τους αποκάλεσε) που είχαν το... θράσος να τον
κατηγορήσουν, "κοτζάμ υπουργό", ότι τα έπαιρνε από τη Novartis.


























