Η προίκα ενός παππού από το Τσιφλίκιον που διηγείται την ιστορία της
Σε μια εποχή που η ψηφιακή μουσική κυριαρχεί, η ιστορία μιας αυθεντικής λατέρνας του θρυλικού οίκου Giuseppe Turconi έρχεται να μας υπενθυμίσει τη μαγεία της χειροποίητης μηχανικής.
Σε μια εποχή που η ψηφιακή μουσική κυριαρχεί, η ιστορία μιας αυθεντικής λατέρνας του θρυλικού οίκου Giuseppe Turconi έρχεται να μας υπενθυμίσει τη μαγεία της χειροποίητης μηχανικής.
Η εικόνα της σε κάνει να νιώθεις πως έχεις μπροστά σου έναν ζωντανό οργανισμό που κουβαλά μνήμη, ξεριζωμό, ταξίδια και ανθρώπινες ιστορίες. Το ξύλο της, φαγωμένο από τον χρόνο, ο βαρύς κύλινδρος με τα χιλιάδες μικροσκοπικά καρφιά και η μυρωδιά του λαδιού μοιάζουν σαν να κρατούν ακόμη μέσα τους φωνές μιας άλλης εποχής. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν μια τυχαία καλησπέρα και μια κουβέντα με τον συγχωριανό μου Γεώργιο Πάτσο με οδήγησε στο να δω από κοντά μια σπάνια συλλεκτική λατέρνα.
Κάποτε, σε ένα καφενείο της Ανατολικής Θράκης ή αργότερα στη Νέα Πέλλα, o παππούς του Γιώργου στεκόταν πίσω της και άρχιζε αργά να γυρίζει τη μανιβέλα. Η κίνηση έπρεπε να είναι σταθερή, σχεδόν τελετουργική. Με κάθε περιστροφή ο κύλινδρος ζωντάνευε. Τα χιλιάδες μικρά καρφιά ακουμπούσαν τους μηχανισμούς, τα σφυράκια χτυπούσαν τις χορδές και η λατέρνα γέμιζε τον χώρο με μουσικές που έκαναν τους ανθρώπους να δακρύζουν, να χορεύουν ή να θυμούνται την πατρίδα που άφησαν πίσω τους.
Η λατέρνα αυτή όμως δεν κουβάλησε μόνο μνήμες. Έδωσε ζωή και στη νέα πατρίδα. Παιδιά την έπαιρναν στην πλάτη τους και γύριζαν στους δρόμους της Νέας Πέλλας, γεμίζοντας τις γειτονιές με τραγούδια και στήνοντας αυθόρμητα γλέντια στις αυλές και στα καφενεία. Ήταν μια εικόνα βαθιά ρομαντική ένα μουσικό κουτί που ταξίδευε από σπίτι σε σπίτι μεταφέροντας χαρά, νοσταλγία και ελπίδα στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να ριζώσουν ξανά τη ζωή τους. Σήμερα μπορεί να μένει σιωπηλή σε μια γωνιά, όμως εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να διηγείται την ιστορία της σε όποιον σταθεί απέναντί της με προσοχή.
Ο λατερνατζής δεν ήταν μόνο μουσικός. Ήταν αφηγητής. Γύριζε τη μανιβέλα ακούγοντας τον ρυθμό με το σώμα του. Το χέρι του πονούσε μετά από ώρες, όμως συνέχιζε γιατί ήξερε πως εκείνη η μουσική ένωνε τους ανθρώπους. Στα καφενεία οι κουβέντες χαμήλωναν όταν άρχιζε να παίζει η λατέρνα. Κάποιοι σιγοτραγουδούσαν, άλλοι έκλειναν τα μάτια. Και ίσως κάπου εκεί, ανάμεσα στις νότες, να ξαναζούσαν για λίγο τις χαμένες πατρίδες τους.
Η συγκεκριμένη λατέρνα, που χρονολογείται από την περίοδο 1860 έως 1910, αποτελεί ένα σπάνιο αντικείμενο μεγάλης συλλεκτικής και ιστορικής αξίας. Πρόκειται για ένα προσφυγικό κειμήλιο που σώθηκε μέσα από τις φλόγες της ιστορίας. Το 1924, ο παππούς της οικογένειας Γεώργιος Πάτσος την πήρε μαζί του από την Ανατολική Θράκη κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ανάμεσα στον φόβο, στην απώλεια και στην αβεβαιότητα, βρήκε τη δύναμη να κουβαλήσει αυτό το βαρύ όργανο γιατί πιθανότατα ήξερε πως δεν μετέφερε μόνο ξύλο και μηχανισμούς, αλλά ένα κομμάτι ψυχής και μνήμης.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκλονιστικό. Αν σήμερα ακούγαμε ξανά τον αυθεντικό ήχο της, δεν θα ακούγαμε μόνο μουσική. Θα ήταν σαν να άνοιγε μπροστά μας ένα παράθυρο εκατόν είκοσι χρόνων και να περνούσαν μέσα από αυτό άνθρωποι, πρόσωπα, καφενεία, χαμένες πατρίδες και ολόκληρες ζωές που αρνήθηκαν να σβήσουν.
Το όργανο φέρει όλα τα διακριτικά της γνησιότητάς του. Στην πρόσοψη δεσπόζει η χαραγμένη υπογραφή του Giuseppe Turconi, του Ιταλού τεχνίτη που δραστηριοποιήθηκε στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και του οποίου το όνομα συνδέθηκε με την ιστορία της λατέρνας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δίπλα στην υπογραφή, η ανάγλυφη μεταλλική ροζέτα με μορφή ανδρικού προφίλ λειτουργεί ως μια ιδιότυπη «σφραγίδα αυθεντικότητας» της κατασκευής.
Η λατέρνα παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά που εντυπωσιάζουν ακόμη και σήμερα. Το όργανο συνοδεύεται από έναν σπάνιο εφεδρικό κύλινδρο μέσα στη γνήσια ξύλινη θήκη του, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο για αντικείμενο που μεταφέρθηκε κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του 1924 και εξακολουθεί να επιβιώνει περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα.
Η ξυλόγλυπτη πρόσοψη με το χαρακτηριστικό οκτάγωνο παράθυρο και το σκαλισμένο αστέρι μαρτυρούν την υψηλή αισθητική των εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης. Η τορνευτή βάση του οργάνου συνδυάζει στιβαρότητα και κομψότητα, επιτρέποντας στους πλανόδιους μουσικούς της εποχής να μεταφέρουν τις μελωδίες από γειτονιά σε γειτονιά.
Στο εσωτερικό της, ο ξύλινος κύλινδρος διαθέτει περίπου 8.000 έως 15.000 μεταλλικά καρφιά και pins που «κλειδώνουν» τις μελωδίες. Ο τρόπος τοποθέτησής τους ακολουθεί την τεχνοτροπία των εργαστηρίων της Πόλης στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς οι τεχνίτες του Turconi είχαν τη φήμη πως κατάφερναν να αποδίδουν έναν ήχο που θύμιζε πραγματικό πιάνο.
Τα χειροποίητα διακοσμητικά στοιχεία, οι γρίλιες και το χαρακτηριστικό αστέρι στο επάνω μέρος αποτυπώνουν την αισθητική μιας ολόκληρης εποχής. Κάθε εργαστήριο είχε τα δικά του μοτίβα και το συγκεκριμένο σχέδιο θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα της λεγόμενης «σχολής της Πόλης».
Με βάση τη χρονολογία κατασκευής της λατέρνας, οι κύλινδροι πιθανότατα περιλάμβαναν το μουσικό ρεπερτόριο που κυριαρχούσε στα σαλόνια και στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης εκείνης της εποχής. Συνήθως ένας κύλινδρος περιείχε από οκτώ έως δεκατέσσερα τραγούδια. Βαλς της Βιέννης, πόλκες, μαζούρκες, τα πρώτα ταγκό που έφταναν στην Ευρώπη, καντάδες με επιρροές από τα Επτάνησα, τραγούδια αθηναϊκών επιθεωρήσεων αλλά και σμυρναίικες και πολίτικες μελωδίες συνυπήρχαν στο ίδιο όργανο, αποτυπώνοντας τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της εποχής.
Η αυθεντικότητα του οργάνου ενισχύεται και από τη σκαλισμένη υπογραφή του κατασκευαστή. Η δυτικού τύπου γραμματοσειρά που χρησιμοποιείται ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στους οργανοποιούς της Κωνσταντινούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα. Το γεγονός ότι η υπογραφή είναι χαραγμένη απευθείας στο ξύλο και όχι απλώς τυπωμένη αποτελεί ένδειξη υψηλής ποιότητας κατασκευής.
Ο ορειχάλκινος βραχίονας της μανιβέλας έχει αποκτήσει με τα χρόνια τη χαρακτηριστική σκούρα πατίνα του μετάλλου. Η στιβαρή σύνδεσή του με τον εσωτερικό άξονα εξηγεί γιατί αυτά τα όργανα κατάφεραν να αντέξουν τις καθημερινές μετακινήσεις και τη σκληρή χρήση στους δρόμους και στα καφενεία.
Η κάσα είναι κατασκευασμένη από μασίφ ξύλο, πιθανότατα καρυδιά ή άλλο σκληρό ξύλο που χρησιμοποιούσαν τα εργαστήρια της Πόλης για καλύτερη αντήχηση. Η φθορά που διακρίνεται σήμερα θεωρείται για τους συλλέκτες φυσική παλαίωση και όχι ελάττωμα, καθώς διατηρεί την αυθεντικότητα του οργάνου.
Τα όργανα του Turconi ξεχώριζαν για την υψηλή ποιότητα κατασκευής, τα περίτεχνα ξυλόγλυπτα και τους μηχανισμούς μεγάλης ακρίβειας. Πολλά εργαστήρια λειτουργούσαν στις ευρωπαϊκές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης, κυρίως στο Πέραν και στον Γαλατά, όπου δραστηριοποιούνταν Ιταλοί, Έλληνες και Αρμένιοι τεχνίτες. Εκεί αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη αισθητική που συνδύαζε ευρωπαϊκή μηχανική με ανατολίτικη διακόσμηση.
Τα εργαστήρια αυτά λειτουργούσαν περισσότερο ως καλλιτεχνικά ατελιέ παρά ως απλά εργοστάσια. Ο ξυλουργός κατασκεύαζε την κάσα και το τριπόδι, ο μηχανικός δημιουργούσε το εσωτερικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς, ενώ ο τεχνίτης του κυλίνδρου κάρφωνε ένα-ένα τα μεταλλικά pins στις σωστές θέσεις ώστε να «γραφτεί» μηχανικά το τραγούδι.
Η μεγάλη καινοτομία εκείνης της εποχής ήταν πως κατάφεραν να μικρύνουν το ογκώδες αυτόματο πιάνο και να το μετατρέψουν σε φορητό λαϊκό μουσικό όργανο. Έτσι γεννήθηκε ουσιαστικά η λατέρνα που γνωρίσαμε αργότερα στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία. Νέα Ελλάδας
Παρά τις κακουχίες περισσότερων από 120 χρόνων, οι μηχανισμοί και τα ξύλα της συγκεκριμένης λατέρνας παραμένουν σε εντυπωσιακή κατάσταση, επιβεβαιώνοντας την ποιότητα κατασκευής των εργαστηρίων της εποχής.
Αυτά τα όργανα κατασκευάστηκαν σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο, περίπου μεταξύ 1860 και 1910. Πολλά χάθηκαν στις πυρκαγιές, στις μετακινήσεις πληθυσμών και στις πολιτικές αναταραχές της εποχής. Όσα επιβίωσαν και έφτασαν στην Ελλάδα αποτελούν σήμερα σπάνια ζωντανά κειμήλια ενός κόσμου που χάθηκε.
Η λατέρνα δεν ήταν μόνο μουσικό όργανο. Για δεκαετίες αποτέλεσε κομμάτι της λαϊκής ζωής στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και αργότερα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Οι λατερνατζήδες γύριζαν στις γειτονιές μεταφέροντας μουσική σε μια εποχή χωρίς ραδιόφωνο και ηχογραφήσεις για τον πολύ κόσμο.
Σήμερα, ένα αυθεντικό όργανο Turconi με δύο κυλίνδρους και όλα τα διακριτικά γνησιότητας θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο εύρημα για συλλέκτες και ερευνητές. Γι’ αυτό και η ύπαρξη αυτής της πλήρους μονάδας στη Νέα Πέλλα αποτελεί ένα πραγματικά ξεχωριστό γεγονός και έναν πολύτιμο κρίκο της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς. Πληροφορίες ειδήσεων
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανωγειανάκης, Φοίβος (1991). Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα. Εκδοτική Αθηνών.
Μυλωνάς, Θανάσης (2009). Η Λατέρνα: Η ιστορία και η τέχνη της. Εκδόσεις Ergo.
Παπαδάκης, Γιώργος (1983). Λαϊκά Μουσικά Όργανα και Οργανοποιοί.
Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων “Φοίβος Ανωγειανάκης” (Αθήνα)
Ord-Hume, Arthur W. J. G. (1978). Barrel Organ: The Story of the Mechanical Organ and Its Repair. George Allen & Unwin.
του Γιώργου Ροδάκογλου
Πηγή: thes.gr
Κάποτε, σε ένα καφενείο της Ανατολικής Θράκης ή αργότερα στη Νέα Πέλλα, o παππούς του Γιώργου στεκόταν πίσω της και άρχιζε αργά να γυρίζει τη μανιβέλα. Η κίνηση έπρεπε να είναι σταθερή, σχεδόν τελετουργική. Με κάθε περιστροφή ο κύλινδρος ζωντάνευε. Τα χιλιάδες μικρά καρφιά ακουμπούσαν τους μηχανισμούς, τα σφυράκια χτυπούσαν τις χορδές και η λατέρνα γέμιζε τον χώρο με μουσικές που έκαναν τους ανθρώπους να δακρύζουν, να χορεύουν ή να θυμούνται την πατρίδα που άφησαν πίσω τους.
Η λατέρνα αυτή όμως δεν κουβάλησε μόνο μνήμες. Έδωσε ζωή και στη νέα πατρίδα. Παιδιά την έπαιρναν στην πλάτη τους και γύριζαν στους δρόμους της Νέας Πέλλας, γεμίζοντας τις γειτονιές με τραγούδια και στήνοντας αυθόρμητα γλέντια στις αυλές και στα καφενεία. Ήταν μια εικόνα βαθιά ρομαντική ένα μουσικό κουτί που ταξίδευε από σπίτι σε σπίτι μεταφέροντας χαρά, νοσταλγία και ελπίδα στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να ριζώσουν ξανά τη ζωή τους. Σήμερα μπορεί να μένει σιωπηλή σε μια γωνιά, όμως εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να διηγείται την ιστορία της σε όποιον σταθεί απέναντί της με προσοχή.
Ο λατερνατζής δεν ήταν μόνο μουσικός. Ήταν αφηγητής. Γύριζε τη μανιβέλα ακούγοντας τον ρυθμό με το σώμα του. Το χέρι του πονούσε μετά από ώρες, όμως συνέχιζε γιατί ήξερε πως εκείνη η μουσική ένωνε τους ανθρώπους. Στα καφενεία οι κουβέντες χαμήλωναν όταν άρχιζε να παίζει η λατέρνα. Κάποιοι σιγοτραγουδούσαν, άλλοι έκλειναν τα μάτια. Και ίσως κάπου εκεί, ανάμεσα στις νότες, να ξαναζούσαν για λίγο τις χαμένες πατρίδες τους.
Η συγκεκριμένη λατέρνα, που χρονολογείται από την περίοδο 1860 έως 1910, αποτελεί ένα σπάνιο αντικείμενο μεγάλης συλλεκτικής και ιστορικής αξίας. Πρόκειται για ένα προσφυγικό κειμήλιο που σώθηκε μέσα από τις φλόγες της ιστορίας. Το 1924, ο παππούς της οικογένειας Γεώργιος Πάτσος την πήρε μαζί του από την Ανατολική Θράκη κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ανάμεσα στον φόβο, στην απώλεια και στην αβεβαιότητα, βρήκε τη δύναμη να κουβαλήσει αυτό το βαρύ όργανο γιατί πιθανότατα ήξερε πως δεν μετέφερε μόνο ξύλο και μηχανισμούς, αλλά ένα κομμάτι ψυχής και μνήμης.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκλονιστικό. Αν σήμερα ακούγαμε ξανά τον αυθεντικό ήχο της, δεν θα ακούγαμε μόνο μουσική. Θα ήταν σαν να άνοιγε μπροστά μας ένα παράθυρο εκατόν είκοσι χρόνων και να περνούσαν μέσα από αυτό άνθρωποι, πρόσωπα, καφενεία, χαμένες πατρίδες και ολόκληρες ζωές που αρνήθηκαν να σβήσουν.
Το όργανο φέρει όλα τα διακριτικά της γνησιότητάς του. Στην πρόσοψη δεσπόζει η χαραγμένη υπογραφή του Giuseppe Turconi, του Ιταλού τεχνίτη που δραστηριοποιήθηκε στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και του οποίου το όνομα συνδέθηκε με την ιστορία της λατέρνας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δίπλα στην υπογραφή, η ανάγλυφη μεταλλική ροζέτα με μορφή ανδρικού προφίλ λειτουργεί ως μια ιδιότυπη «σφραγίδα αυθεντικότητας» της κατασκευής.
Η λατέρνα παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά που εντυπωσιάζουν ακόμη και σήμερα. Το όργανο συνοδεύεται από έναν σπάνιο εφεδρικό κύλινδρο μέσα στη γνήσια ξύλινη θήκη του, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο για αντικείμενο που μεταφέρθηκε κάτω από τις δύσκολες συνθήκες του 1924 και εξακολουθεί να επιβιώνει περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα.
Η ξυλόγλυπτη πρόσοψη με το χαρακτηριστικό οκτάγωνο παράθυρο και το σκαλισμένο αστέρι μαρτυρούν την υψηλή αισθητική των εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης. Η τορνευτή βάση του οργάνου συνδυάζει στιβαρότητα και κομψότητα, επιτρέποντας στους πλανόδιους μουσικούς της εποχής να μεταφέρουν τις μελωδίες από γειτονιά σε γειτονιά.
Στο εσωτερικό της, ο ξύλινος κύλινδρος διαθέτει περίπου 8.000 έως 15.000 μεταλλικά καρφιά και pins που «κλειδώνουν» τις μελωδίες. Ο τρόπος τοποθέτησής τους ακολουθεί την τεχνοτροπία των εργαστηρίων της Πόλης στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς οι τεχνίτες του Turconi είχαν τη φήμη πως κατάφερναν να αποδίδουν έναν ήχο που θύμιζε πραγματικό πιάνο.
Τα χειροποίητα διακοσμητικά στοιχεία, οι γρίλιες και το χαρακτηριστικό αστέρι στο επάνω μέρος αποτυπώνουν την αισθητική μιας ολόκληρης εποχής. Κάθε εργαστήριο είχε τα δικά του μοτίβα και το συγκεκριμένο σχέδιο θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα της λεγόμενης «σχολής της Πόλης».
Με βάση τη χρονολογία κατασκευής της λατέρνας, οι κύλινδροι πιθανότατα περιλάμβαναν το μουσικό ρεπερτόριο που κυριαρχούσε στα σαλόνια και στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης εκείνης της εποχής. Συνήθως ένας κύλινδρος περιείχε από οκτώ έως δεκατέσσερα τραγούδια. Βαλς της Βιέννης, πόλκες, μαζούρκες, τα πρώτα ταγκό που έφταναν στην Ευρώπη, καντάδες με επιρροές από τα Επτάνησα, τραγούδια αθηναϊκών επιθεωρήσεων αλλά και σμυρναίικες και πολίτικες μελωδίες συνυπήρχαν στο ίδιο όργανο, αποτυπώνοντας τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της εποχής.
Η αυθεντικότητα του οργάνου ενισχύεται και από τη σκαλισμένη υπογραφή του κατασκευαστή. Η δυτικού τύπου γραμματοσειρά που χρησιμοποιείται ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στους οργανοποιούς της Κωνσταντινούπολης στα τέλη του 19ου αιώνα. Το γεγονός ότι η υπογραφή είναι χαραγμένη απευθείας στο ξύλο και όχι απλώς τυπωμένη αποτελεί ένδειξη υψηλής ποιότητας κατασκευής.
Ο ορειχάλκινος βραχίονας της μανιβέλας έχει αποκτήσει με τα χρόνια τη χαρακτηριστική σκούρα πατίνα του μετάλλου. Η στιβαρή σύνδεσή του με τον εσωτερικό άξονα εξηγεί γιατί αυτά τα όργανα κατάφεραν να αντέξουν τις καθημερινές μετακινήσεις και τη σκληρή χρήση στους δρόμους και στα καφενεία.
Η κάσα είναι κατασκευασμένη από μασίφ ξύλο, πιθανότατα καρυδιά ή άλλο σκληρό ξύλο που χρησιμοποιούσαν τα εργαστήρια της Πόλης για καλύτερη αντήχηση. Η φθορά που διακρίνεται σήμερα θεωρείται για τους συλλέκτες φυσική παλαίωση και όχι ελάττωμα, καθώς διατηρεί την αυθεντικότητα του οργάνου.
Τα όργανα του Turconi ξεχώριζαν για την υψηλή ποιότητα κατασκευής, τα περίτεχνα ξυλόγλυπτα και τους μηχανισμούς μεγάλης ακρίβειας. Πολλά εργαστήρια λειτουργούσαν στις ευρωπαϊκές συνοικίες της Κωνσταντινούπολης, κυρίως στο Πέραν και στον Γαλατά, όπου δραστηριοποιούνταν Ιταλοί, Έλληνες και Αρμένιοι τεχνίτες. Εκεί αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη αισθητική που συνδύαζε ευρωπαϊκή μηχανική με ανατολίτικη διακόσμηση.
Τα εργαστήρια αυτά λειτουργούσαν περισσότερο ως καλλιτεχνικά ατελιέ παρά ως απλά εργοστάσια. Ο ξυλουργός κατασκεύαζε την κάσα και το τριπόδι, ο μηχανικός δημιουργούσε το εσωτερικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς, ενώ ο τεχνίτης του κυλίνδρου κάρφωνε ένα-ένα τα μεταλλικά pins στις σωστές θέσεις ώστε να «γραφτεί» μηχανικά το τραγούδι.
Η μεγάλη καινοτομία εκείνης της εποχής ήταν πως κατάφεραν να μικρύνουν το ογκώδες αυτόματο πιάνο και να το μετατρέψουν σε φορητό λαϊκό μουσικό όργανο. Έτσι γεννήθηκε ουσιαστικά η λατέρνα που γνωρίσαμε αργότερα στην Ελλάδα και στη Μικρά Ασία. Νέα Ελλάδας
Παρά τις κακουχίες περισσότερων από 120 χρόνων, οι μηχανισμοί και τα ξύλα της συγκεκριμένης λατέρνας παραμένουν σε εντυπωσιακή κατάσταση, επιβεβαιώνοντας την ποιότητα κατασκευής των εργαστηρίων της εποχής.
Αυτά τα όργανα κατασκευάστηκαν σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο, περίπου μεταξύ 1860 και 1910. Πολλά χάθηκαν στις πυρκαγιές, στις μετακινήσεις πληθυσμών και στις πολιτικές αναταραχές της εποχής. Όσα επιβίωσαν και έφτασαν στην Ελλάδα αποτελούν σήμερα σπάνια ζωντανά κειμήλια ενός κόσμου που χάθηκε.
Η λατέρνα δεν ήταν μόνο μουσικό όργανο. Για δεκαετίες αποτέλεσε κομμάτι της λαϊκής ζωής στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και αργότερα στην Αθήνα και τον Πειραιά. Οι λατερνατζήδες γύριζαν στις γειτονιές μεταφέροντας μουσική σε μια εποχή χωρίς ραδιόφωνο και ηχογραφήσεις για τον πολύ κόσμο.
Σήμερα, ένα αυθεντικό όργανο Turconi με δύο κυλίνδρους και όλα τα διακριτικά γνησιότητας θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο εύρημα για συλλέκτες και ερευνητές. Γι’ αυτό και η ύπαρξη αυτής της πλήρους μονάδας στη Νέα Πέλλα αποτελεί ένα πραγματικά ξεχωριστό γεγονός και έναν πολύτιμο κρίκο της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς. Πληροφορίες ειδήσεων
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανωγειανάκης, Φοίβος (1991). Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα. Εκδοτική Αθηνών.
Μυλωνάς, Θανάσης (2009). Η Λατέρνα: Η ιστορία και η τέχνη της. Εκδόσεις Ergo.
Παπαδάκης, Γιώργος (1983). Λαϊκά Μουσικά Όργανα και Οργανοποιοί.
Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων “Φοίβος Ανωγειανάκης” (Αθήνα)
Ord-Hume, Arthur W. J. G. (1978). Barrel Organ: The Story of the Mechanical Organ and Its Repair. George Allen & Unwin.
του Γιώργου Ροδάκογλου
Πηγή: thes.gr







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου