Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν πρόσφατα ένα οικονομικό ορόσημο που άλλοτε θα προκαλούσε πολιτικό σεισμό στην Ουάσιγκτον: το δημόσιο χρέος ξεπέρασε το 100% του ΑΕΠ της χώρας. Κι όμως, αντί για συναγερμό, η αμερικανική πολιτική σκηνή αντέδρασε σχεδόν με αδιαφορία.
Οι οργανώσεις που εδώ και χρόνια προειδοποιούν για τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ επιχείρησαν να παρουσιάσουν το γεγονός ως ιστορικό καμπανάκι κινδύνου. Η Επιτροπή για έναν Υπεύθυνο Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό χαρακτήρισε το επίπεδο του χρέους «ιδιαίτερα ηχηρό συναγερμό», ενώ το Peterson Foundation μίλησε για «ανησυχητικό δημοσιονομικό ορόσημο». Ωστόσο, πέρα από ορισμένες δηλώσεις, άρθρα γνώμης και τεχνοκρατικές προειδοποιήσεις, η πολιτική τάξη συνέχισε σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.
Μόλις λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, υπερασπιζόταν στο Κογκρέσο τον μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό στην ιστορία της χώρας. Παράλληλα, η Γερουσία προωθούσε πακέτο 72 δισ. δολαρίων για τη μεταναστευτική επιβολή, παρακάμπτοντας διαδικαστικά εμπόδια που υπό κανονικές συνθήκες θα απέτρεπαν νέες δαπάνες που αυξάνουν το έλλειμμα.
Η αλήθεια είναι ότι το όριο του 100% έχει περισσότερο συμβολική παρά πρακτική σημασία. Το χρέος δεν λειτουργεί σαν δεξαμενή που υπερχειλίζει μόλις ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Όπως σημείωσε ο επικεφαλής του Peterson Foundation, Μάικλ Πίτερσον, το 99% ήταν ήδη κακό· το 101% είναι απλώς λίγο χειρότερο. Η σημασία του αριθμού βρίσκεται κυρίως στο ότι είναι «στρογγυλός» και επικοινωνιακά ισχυρός.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι λοιπόν το ίδιο το ορόσημο, αλλά η αίσθηση ότι δεν υπάρχει ορατό τέλος στη διόγκωση του χρέους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το δημόσιο χρέος που βρίσκεται στα χέρια επενδυτών αναμένεται να εκτοξευθεί στο 175% του ΑΕΠ έως το 2056.
Η σημερινή κατάσταση είναι αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας κρίσεων και πολιτικών επιλογών: της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-08, της πανδημίας Covid-19, της γήρανσης του πληθυσμού, των διαδοχικών φορολογικών μειώσεων χωρίς αντίστοιχες περικοπές δαπανών και, πλέον, του ίδιου του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ είχαν επίσης ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ σε χρέος. Τότε όμως η ισχυρή ανάπτυξη, ο πληθωρισμός και κατά περιόδους τα πλεονάσματα μείωσαν δραστικά την αναλογία μέσα σε λίγες δεκαετίες. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: τα επιτόκια αυξάνονται και το κόστος δανεισμού βαραίνει ολοένα περισσότερο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Η απόδοση των 30ετών αμερικανικών ομολόγων έφτασε πρόσφατα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ οι καθαρές πληρωμές τόκων του αμερικανικού Δημοσίου ξεπερνούν πλέον ακόμη και τις αμυντικές δαπάνες. Το κράτος εκδίδει νέο χρέος απλώς για να πληρώνει τους τόκους του παλαιότερου.
Παρά τις ανησυχίες, δεν υπάρχει συναίνεση για το πόσο επείγον είναι το πρόβλημα. Ορισμένοι οικονομολόγοι υπενθυμίζουν ότι η Ιαπωνία λειτουργεί εδώ και χρόνια με χρέος που υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ. Η διαφορά, ωστόσο, είναι ότι το ιαπωνικό χρέος βρίσκεται κυρίως σε εγχώρια χέρια, ενώ οι ΗΠΑ εξαρτώνται σημαντικά από ξένους επενδυτές.
Άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν, ότι οι επίσημοι αριθμοί υποτιμούν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, καθώς δεν αποτυπώνουν πλήρως μελλοντικές υποχρεώσεις όπως η Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare. Ο οικονομολόγος Λόρενς Κότλικοφ εκτιμά ότι, αν συνυπολογιστούν αυτές οι δεσμεύσεις, η δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ είναι χειρότερη ακόμη και από εκείνη της Ιταλίας.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική πραγματικότητα στην Ουάσιγκτον μοιάζει να λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τραμπ ζητά αμυντικό προϋπολογισμό 1,5 τρισ. δολαρίων για το 2027 -αύξηση 44%- ενώ αποφεύγει να αγγίξει τα προγράμματα κοινωνικών παροχών που θεωρούνται βασικοί μοχλοί της μελλοντικής αύξησης των δαπανών.
Ακόμη και οι προσπάθειες περιορισμού του ελλείμματος παραμένουν περιορισμένες. Η επιτροπή περικοπών υπό τον Ίλον Μασκ παρήγαγε, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Politico, μόλις 1 δισ. δολάρια μόνιμης εξοικονόμησης, ένα αμελητέο ποσοστό σε σχέση με τον στόχο που είχε τεθεί.
Παράλληλα, οι Αμερικανοί αρχίζουν να αισθάνονται τις συνέπειες πιο άμεσα. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων έχει αυξήσει τα επιτόκια στεγαστικών δανείων, καθιστώντας την κρίση χρέους πιο απτή για τα νοικοκυριά. Δημοσκόπηση της Gallup έδειξε ότι περίπου οι μισοί πολίτες δηλώνουν πλέον ιδιαίτερα ανήσυχοι για τα ελλείμματα και τις δημόσιες δαπάνες, ποσοστό αντίστοιχο με την ανησυχία για τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η οικονομία δεν έχει βιώσει την καταστροφή που πολλοί προέβλεπαν πριν από δύο δεκαετίες. Ο οικονομολόγος Τζέισον Φέρμαν σημειώνει ότι, αν κάποιος το 2000 άκουγε πως οι ΗΠΑ θα έφταναν χρέος 100% του ΑΕΠ και έλλειμμα 6%, πιθανότατα θα περίμενε εκτίναξη επιτοκίων και σοβαρή οικονομική κρίση. Αυτό δεν συνέβη - τουλάχιστον όχι ακόμη.
Και ίσως ακριβώς αυτή η απουσία άμεσης κατάρρευσης να είναι ο λόγος που το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να αναβάλλει δύσκολες αποφάσεις. Γιατί η πραγματική αντιμετώπιση του προβλήματος θα απαιτούσε έναν συνδυασμό αυξήσεων φόρων και περικοπών δαπανών που ελάχιστοι πολιτικοί είναι διατεθειμένοι να υποστηρίξουν δημόσια.
Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον μοιάζει να κινείται με τη λογική ότι, όσο η κρίση δεν εκρήγνυται θεαματικά, μπορεί να παραμένει στο περιθώριο. Και αυτό, για πολλούς οικονομολόγους, είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Πηγή: sofokleousin.gr
Μόλις λίγες ημέρες μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, υπερασπιζόταν στο Κογκρέσο τον μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό στην ιστορία της χώρας. Παράλληλα, η Γερουσία προωθούσε πακέτο 72 δισ. δολαρίων για τη μεταναστευτική επιβολή, παρακάμπτοντας διαδικαστικά εμπόδια που υπό κανονικές συνθήκες θα απέτρεπαν νέες δαπάνες που αυξάνουν το έλλειμμα.
Η αλήθεια είναι ότι το όριο του 100% έχει περισσότερο συμβολική παρά πρακτική σημασία. Το χρέος δεν λειτουργεί σαν δεξαμενή που υπερχειλίζει μόλις ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Όπως σημείωσε ο επικεφαλής του Peterson Foundation, Μάικλ Πίτερσον, το 99% ήταν ήδη κακό· το 101% είναι απλώς λίγο χειρότερο. Η σημασία του αριθμού βρίσκεται κυρίως στο ότι είναι «στρογγυλός» και επικοινωνιακά ισχυρός.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι λοιπόν το ίδιο το ορόσημο, αλλά η αίσθηση ότι δεν υπάρχει ορατό τέλος στη διόγκωση του χρέους. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το δημόσιο χρέος που βρίσκεται στα χέρια επενδυτών αναμένεται να εκτοξευθεί στο 175% του ΑΕΠ έως το 2056.
Η σημερινή κατάσταση είναι αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας κρίσεων και πολιτικών επιλογών: της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-08, της πανδημίας Covid-19, της γήρανσης του πληθυσμού, των διαδοχικών φορολογικών μειώσεων χωρίς αντίστοιχες περικοπές δαπανών και, πλέον, του ίδιου του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ είχαν επίσης ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ σε χρέος. Τότε όμως η ισχυρή ανάπτυξη, ο πληθωρισμός και κατά περιόδους τα πλεονάσματα μείωσαν δραστικά την αναλογία μέσα σε λίγες δεκαετίες. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: τα επιτόκια αυξάνονται και το κόστος δανεισμού βαραίνει ολοένα περισσότερο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Η απόδοση των 30ετών αμερικανικών ομολόγων έφτασε πρόσφατα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ οι καθαρές πληρωμές τόκων του αμερικανικού Δημοσίου ξεπερνούν πλέον ακόμη και τις αμυντικές δαπάνες. Το κράτος εκδίδει νέο χρέος απλώς για να πληρώνει τους τόκους του παλαιότερου.
Παρά τις ανησυχίες, δεν υπάρχει συναίνεση για το πόσο επείγον είναι το πρόβλημα. Ορισμένοι οικονομολόγοι υπενθυμίζουν ότι η Ιαπωνία λειτουργεί εδώ και χρόνια με χρέος που υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ. Η διαφορά, ωστόσο, είναι ότι το ιαπωνικό χρέος βρίσκεται κυρίως σε εγχώρια χέρια, ενώ οι ΗΠΑ εξαρτώνται σημαντικά από ξένους επενδυτές.
Άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν, ότι οι επίσημοι αριθμοί υποτιμούν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος, καθώς δεν αποτυπώνουν πλήρως μελλοντικές υποχρεώσεις όπως η Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare. Ο οικονομολόγος Λόρενς Κότλικοφ εκτιμά ότι, αν συνυπολογιστούν αυτές οι δεσμεύσεις, η δημοσιονομική εικόνα των ΗΠΑ είναι χειρότερη ακόμη και από εκείνη της Ιταλίας.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική πραγματικότητα στην Ουάσιγκτον μοιάζει να λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Λευκός Οίκος του Ντόναλντ Τραμπ ζητά αμυντικό προϋπολογισμό 1,5 τρισ. δολαρίων για το 2027 -αύξηση 44%- ενώ αποφεύγει να αγγίξει τα προγράμματα κοινωνικών παροχών που θεωρούνται βασικοί μοχλοί της μελλοντικής αύξησης των δαπανών.
Ακόμη και οι προσπάθειες περιορισμού του ελλείμματος παραμένουν περιορισμένες. Η επιτροπή περικοπών υπό τον Ίλον Μασκ παρήγαγε, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Politico, μόλις 1 δισ. δολάρια μόνιμης εξοικονόμησης, ένα αμελητέο ποσοστό σε σχέση με τον στόχο που είχε τεθεί.
Παράλληλα, οι Αμερικανοί αρχίζουν να αισθάνονται τις συνέπειες πιο άμεσα. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων έχει αυξήσει τα επιτόκια στεγαστικών δανείων, καθιστώντας την κρίση χρέους πιο απτή για τα νοικοκυριά. Δημοσκόπηση της Gallup έδειξε ότι περίπου οι μισοί πολίτες δηλώνουν πλέον ιδιαίτερα ανήσυχοι για τα ελλείμματα και τις δημόσιες δαπάνες, ποσοστό αντίστοιχο με την ανησυχία για τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η οικονομία δεν έχει βιώσει την καταστροφή που πολλοί προέβλεπαν πριν από δύο δεκαετίες. Ο οικονομολόγος Τζέισον Φέρμαν σημειώνει ότι, αν κάποιος το 2000 άκουγε πως οι ΗΠΑ θα έφταναν χρέος 100% του ΑΕΠ και έλλειμμα 6%, πιθανότατα θα περίμενε εκτίναξη επιτοκίων και σοβαρή οικονομική κρίση. Αυτό δεν συνέβη - τουλάχιστον όχι ακόμη.
Και ίσως ακριβώς αυτή η απουσία άμεσης κατάρρευσης να είναι ο λόγος που το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να αναβάλλει δύσκολες αποφάσεις. Γιατί η πραγματική αντιμετώπιση του προβλήματος θα απαιτούσε έναν συνδυασμό αυξήσεων φόρων και περικοπών δαπανών που ελάχιστοι πολιτικοί είναι διατεθειμένοι να υποστηρίξουν δημόσια.
Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον μοιάζει να κινείται με τη λογική ότι, όσο η κρίση δεν εκρήγνυται θεαματικά, μπορεί να παραμένει στο περιθώριο. Και αυτό, για πολλούς οικονομολόγους, είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Πηγή: sofokleousin.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου