Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Οι Έλληνες βάζουν “χέρι στον κουμπαρά” για να τα βγάλουν πέρα

Η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών, 4 στα 5, τους προσεχείς 12 μήνες δεν θεωρεί πιθανό ότι θα μαζέψει χρήματα στον κουμπαρά.
Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία τόσο της Eurostat αλλά και της ΕΛΣΤΑΤ για τη συνολική αποταμίευση στη χώρα, που παράλληλα δίνουν και μια άλλη πτυχή για το επίπεδο των εισοδημάτων αλλά και της αγωνίας για κάλυψη των καθημερινών αναγκών.
Αρχικά, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η αποταμίευση κυρίως προέρχεται από τις επιχειρήσεις και τη γενική κυβέρνηση, με τα νοικοκυριά να υστερούν. Έτσι, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2022 η συνολική ακαθάριστη αποταμίευση (gross saving) στην οικονομία αυξήθηκε στα 21,8 δισ. ευρώ από 16,5 δισ. ευρώ το 2021. Ωστόσο καταγράφηκε μείωση της αποταμίευσης των νοικοκυριών στο -2,6% του ΑΕΠ.
Στο μεταξύ με βάση τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα, την εβδομάδα που πέρασε, η Eurostat και αφορούν το 2022, η Ελλάδα είναι στον “πάτο” της Ευρώπης σε σχέση με την αποταμίευση. Συγκεκριμένα, οι Ευρωπαίοι κατά μέσο όρο έβαλαν στον “κουμπαρά” το 12,7% του διαθέσιμου εισοδήματός τους έναντι 16,4% το 2021, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στη χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ σε δείκτες αποταμίευσης. Εμφάνισε αρνητική αποταμίευση (-4%) και μαζί με την Πολωνία (-0,8%) να έπεται.
Ουσιαστικά οι Έλληνες εμφανίζονται να “βάζουν χέρι” στο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημά τους, δηλαδή αξιοποίησαν αποταμιεύσεις από προηγούμενες περιόδους, δανείστηκαν για να ανταπεξέλθουν στις δαπάνες τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για φέτος με βάση την έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Οκτώβριο καταγράφεται ανάλογη τάση. Όπως αναφέρεται, “ο δείκτης της πρόθεσης για αποταμίευση τους προσεχείς 12 μήνες ενισχύθηκε ελαφρά τον Οκτώβριο και διαμορφώθηκε στις –61,7 μονάδες (από -63,8). Το 81% των νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανή την αποταμίευση στο επόμενο 12μηνο, ενώ το 16% τη θεωρεί πιθανή ή πολύ πιθανή. Οι σχετικοί δείκτες διαμορφώθηκαν στις +2,7 μονάδες στην ΕΕ και στις +2,6 μονάδες στην Ευρωζώνη.”
Ουσιαστικά η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών, 4 στα 5, τους προσεχείς 12 μήνες δεν θεωρεί πιθανό ότι θα μαζέψει χρήματα στον κουμπαρά. Επιπλέον, σχετικά με τις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι “μόλις τα βγάζει πέρα” διαμορφώνεται σε 59%, ενώ στο 12% διαμορφώνεται το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους.
Η ακρίβεια
Είναι προφανές ότι βασική αιτία για την εικόνα αυτή είναι ο συνδυασμός χαμηλών εισοδημάτων και αύξησης του κόστους ζωής, λόγω και της ακρίβειας βασικών αγαθών και τροφίμων και των επιβαρύνσεων σε δάνεια λόγω του επιτοκιακού ράλι. Αλλωστε παρά τη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών ακόμη η κατάσταση δεν είναι και η καλύτερη, κι αυτό παρά το μέγεθος της “μαύρης” οικονομίας.
Να σημειωθεί ότι με βάση την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές ανήλθε στα 19.204,08 ευρώ (1.600,34 το μήνα), καταγράφοντας αύξηση, σε τρέχουσες τιμές 12,7% σε σχέση με το 2021.
Συγκεκριμένα, το 50% των νοικοκυριών δαπανούν περισσότερα από 1.289 ευρώ το μήνα. Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία δαπανούν το 17,4% του προϋπολογισμού τους, κατά μέσο όρο, για ενοίκιο. Το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά και στέγαση των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 58,1% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 25,6%.
Επίσης σε έρευνά της η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων εκτιμά ότι οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν στην Ελλάδα και τα άλλα κράτη της Ευρωζώνης, ενώ τα κέρδη αυξήθηκαν. Στην Ελλάδα ο πραγματικός μισθός μειώθηκε 0,2% ενώ τα πραγματικά κέρδη αυξήθηκαν 5,9%. Οι μεγαλύτερες μειώσεις μισθών καταγράφονται σε Τσεχία (4,6%) και Ιταλία (2,3%) ενώ οι μεγαλύτερες αυξήσεις κερδών σε Σλοβακία (7,9%) και Ρουμανία (6,9%)
Σημειώνεται επίσης ότι με βάση πρόσφατη έρευνα που δημοσίευσε το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, η ακρίβεια έχει επιφέρει αλλαγή και στις καταναλωτικές συνήθειες. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία έρευνας, οι Έλληνες καταναλώνουν 1 κιλό λιγότερο κρέας μηνιαίως, με εξαίρεση τα πουλερικά, τα οποία παρουσιάζουν αύξηση και είναι η πιο οικονομική λύση.
Η αναζήτηση οικονομικών προϊόντων είναι συνεχής και οι αγορές γίνονται στοχευμένα και με μέτρο. Τα στοιχεία δείχνουν στροφή των καταναλωτών σε ζυμαρικά και όσπρια.
Αντιδράσεις
Με ποστ στο twitter, o βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Mιχάλης Κατρίνης δημοσίευσε τα στοιχεία της Eurostat που φέρνει την Ελλάδα μακράν ουραγό στην αποταμίευση. Για την ακρίβεια, τα ελληνικά νοικοκυριά δεν αποταμιεύουν αλλά ξοδεύουν περισσότερα από όσα βγάζουν σχολίασε σχετικά ο βουλευτής Ηλείας του ΠΑΣΟΚ:
“Σύμφωνα με την έκθεση της @EU_Eurostat τα Ελληνικά νοικοκυριά ξόδεψαν περισσότερα από το εισόδημά τους. Μέσα σε 1 χρόνο, οι οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία αυξήθηκαν 1,7 δις ευρώ, ενώ τα χρέη στο ΚΕΑΟ αυξήθηκαν 622 εκατ. ευρώ σε 3 μήνες. Αυτή είναι η πραγματικότητα για χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις, μέσα σε συνθήκες ακρίβειας και πληθωρισμού στα τρόφιμα και όχι οι φιλόδοξοι στόχοι του προϋπολογισμού που κατέθεσε η κυβέρνηση.” τόνισε ο κ. Κατρίνης.
Νάρκη στην ανάπτυξη
Η εικόνα όμως της αποταμίευσης, που τα χρόνια του Covid, λόγω της ροής επιδοτήσεων, με βάση και τα στοιχεία με τις καταθέσεις, είχε κάπως βελτιωθεί, αλλά πλέον μπαίνει σε μια “κανονικότητα”, επηρεάζει και τη γενικότερη πορεία της οικονομίας, καθώς οι “ατομικοί κουμπαράδες” αποτελούν βασικό πυλώνα για μια ισχυρή πορεία χρηματοδοτήσεων επενδύσεων και άρα ανάπτυξης, μέσω των εγχώριων τραπεζών ή ασφαλιστικών ταμείων.
Αυτό άλλωστε δείχνουν τα παραδείγματα των προηγμένων χωρών της ΕΕ, όπως η Ελβετία, η Γερμανία, η Ολλανδία, όπου η αποταμίευση λειτουργεί ως “καύσιμο” ανάπτυξης. Επίσης επηρεάζει και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών καθώς μια ισχυρή αποταμιευτική βάση μειώνει τις ανάγκες για εξωτερικό δανεισμό.
Με βάση όσα έχει αναφέρει, σε αρθρογραφία του ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ένα έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πάνω από 4% του ΑΕΠ που διατηρείται μεσοπρόθεσμα έρχεται σε σύγκρουση με τον έλεγχο των μακροοικονομικών ανισορροπιών (macroeconomic imbalances procedure) της ΕΕ, κυρίως όμως υποδηλώνει ότι η εθνική δαπάνη είναι σημαντικά και διαχρονικά μεγαλύτερη από την εγχώρια παραγωγή ή, ταυτόσημα, ότι οι επενδύσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα είναι σημαντικά υψηλότερες από τις αντίστοιχες αποταμιεύσεις.
Όπως ανέφερε, επίσης, ο ΣΕΒ, στις 11 Μάη του 2017, σε μελέτη του με τίτλο “Η σημασία της αποταμίευσης για την αλλαγή αναπτυξιακού υποδείγματος” αναφερόμενος, βέβαια, σε μια άλλη συγκυρία, αλλά με μηνύματα που και σήμερα “ακουμπούν” το πρόβλημα, “η εξαφάνιση της αποταμίευσης είναι το πρώτο όπλο άμυνας των νοικοκυριών, με την αύξηση της φοροδιαφυγής να ακολουθεί, ιδίως από τα νοικοκυριά που βλέπουν να απειλείται η επιβίωση τους, καθώς πέφτει ραγδαία το διαθέσιμο εισόδημά τους. Η εξαφάνιση της αποταμίευσης εξασθενεί ή ακυρώνει τελείως την προσπάθεια των ατόμων να φτιάξουν οικογένεια, και να αγοράσουν ένα σπίτι, να κάνουν παιδιά και να τα σπουδάσουν. Οι επιπτώσεις, δημογραφικές και άλλες, σε μια κοινωνία που δεν αποταμιεύει θα φανούν μακροχρόνια και θα πάρουν την μορφή μειωμένου βιοτικού επιπέδου, αλλά και κοινωνικού αποκλεισμού για πολλούς συνανθρώπους μας, διότι χωρίς αποταμίευση επενδύσεις δεν γίνονται και χωρίς επενδύσεις δεν αυξάνει η παραγωγικότητα και τα εισοδήματα.”
Παράλληλα, ο ΣΕΒ τόνιζε ότι “οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις δεν μπορούν να στηρίζουν εσαεί την τρέχουσα κατανάλωση. Η μεταφορά πόρων από το μέλλον στο παρόν σε μια κοινωνία που γερνάει και που, αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να αποταμιεύει και να μεταφέρει πόρους στο μέλλον, αποτελεί ένδειξη βαριάς κοινωνικής παθογένειας με οδυνηρές επιπτώσεις για τις μελλοντικές γενιές. Η σημερινή γενιά που δεν μπορεί να αποταμιεύει, θα φτάσει στο τέλος του εργασιακού της βίου, αν μη τι άλλο εξαθλιωμένη, και θα εξαρτάται από μια όλο και πιο εντεινόμενη αναδιανομή εισοδήματος που παράγεται απ’ όλο και λιγότερους εργαζόμενους.”
Επίσης, σε μια άλλη μελέτη του στις 24 Μάη του 2018 με τίτλο “Η αρνητική αποταμίευση των παραγωγικών ηλικιών βαρίδι στην ανάκαμψη της οικονομίας”, ο ΣΕΒ ανέφερε ότι “η αδυναμία αποταμίευσης σήμερα έχει συνέπειες για την ευημερία των νοικοκυριών διαχρονικά, καθώς, σε συνδυασμό με την απουσία τραπεζικής χρηματοδότησης, περιορίζει το ύψος των επενδύσεων των νοικοκυριών (αγορά κατοικίας, επιχειρηματική δραστηριότητα ελεύθερων επαγγελματιών, κ.ο.κ.), καθώς τα νοικοκυριά προσπαθούν σήμερα να συντηρήσουν ένα επίπεδο κατανάλωσης μεγαλύτερο από αυτό που στηρίζει το τρέχον εισόδημα τους.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι άνθρωποι που δεν αποταμιεύουν σήμερα είναι εκείνοι στις πιο παραγωγικές ηλικίες των 35-54 ετών που, πριν την κρίση, και αποταμίευαν και αποπλήρωναν τα δάνειά τους και έβαζαν κάτι στην άκρη για αργότερα.”
Προφανώς και σήμερα όλα τούτα “κουμπώνουν” με την καθημερινότητα και τις προκλήσεις της, με την εικόνα των μισθών, ως έχει και που απέχει αρκετά από τα όσα ισχύουν στην ΕΕ, μια και στο τέλος της τετραετίας, αναμένεται, με βάση την κυβέρνηση, ο μέσος μισθός να φτάσει τα 1500 μικτά.

Γιώργος Αλεξάκης
Πηγή: news247.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: