Τρίτη 18 Ιουλίου 2023

Γερμανία: ο νέος μεγάλος ασθενής της ευρωζώνης;

Κρίση στον κατασκευαστικό τομέα, φυγή επιχειρήσεων και μεγάλη υποχώρηση του εμπορικού πλεονάσματος σηματοδοτούν το τέλος του γερμανικού «θαύματος» ● Νέα λιτότητα με περικοπές 31 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό, επάνοδος στην πανευρωπαϊκή λιτότητα από το 2024 και άρνηση προγράμματος στήριξης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων καθηλώνουν την ευρωπαϊκή οικονομία και θέτουν σε αμφισβήτηση το ευρωπαϊκό πρότζεκτ της «πράσινης» μετάβασης ● Η Γερμανία, που επωφελήθηκε επί δύο δεκαετίες από το europroject ακόμη και στις κρίσεις του, όταν άλλοι υφίσταντο τις συνέπειες, πληρώνει τώρα η ίδια τις συνέπειες των επιλογών της
Τα στοιχεία για την ισχυρότερη οικονομία της ευρωζώνης, τη γερμανική, είναι ανησυχητικά: τα περίφημα γερμανικά πλεονάσματα συρρικνώνονται με γρήγορο ρυθμό· γερμανικές βιομηχανίες ξενιτεύονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού· ο κατασκευαστικός τομέας είναι σε σοβαρή πτώση.
Ολα αυτά δεν είναι οι τρέχουσες συνεπαγωγές της ύφεσης στην οποία έχει ήδη περιέλθει η γερμανική οικονομία στο τελευταίο τρίμηνο του 2022 και στο πρώτο του 2023, αλλά επίμονες τάσεις των τελευταίων χρόνων. Και όπως πάντα, όταν «νοσεί» ο leader, νοσεί όλο το γκρουπ: το europroject, με «πετράδι του στέμματος» το ευρώ και την ευρωζώνη, είναι σε δυσμενή θέση και χάνει διαρκώς έδαφος στον διεθνή οικονομικό (και γεωπολιτικό) ανταγωνισμό.
Και ποια είναι η αντίδραση; Η γερμανική κυβέρνηση κηρύσσει την επιστροφή στη δημοσιονομική ορθοδοξία και την πανευρωπαϊκή λιτότητα, δίνοντας η ίδια το «καλό παράδειγμα» με γενναίες περικοπές στον γερμανικό προϋπολογισμό και αρνείται πεισματικά κάθε πρόταση για ευρωπαϊκό σχέδιο χρηματοδότησης του υπ’ αριθμόν ένα ευρωπαϊκού πρότζεκτ, της «πράσινης» μετάβασης.
Γυμνός βασιλιάς
Τα περίφημα γερμανικά πλεονάσματα συρρικνώνονται ραγδαία, με την τάση συρρίκνωσης να είναι σταθερή από το 2018 και ύστερα. Από το 2018 ώς το 2022, το εμπορικό πλεόνασμα μειώθηκε σχεδόν στο 1/3, όπως και το πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το φαινόμενο που διογκώνεται το τελευταίο διάστημα, φυγής γερμανικών επιχειρήσεων για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή για την Κίνα. Μερικά παραδείγματα:
● Ο πυλώνας της χημικής βιομηχανίας της χώρας, BASF, έκλεισε το εργοστάσιο λιπασμάτων στη Γερμανία και ανακοίνωσε επένδυση 10 δισ. δολαρίων στην Κίνα.
● Η Uedesheimer Rheinwerk, με το μεγαλύτερο χυτήριο αλουμινίου στη Γερμανία, ανακοίνωσε τον Μάρτιο ότι θα κλείσει το εργοστάσιο μέχρι το τέλος του 2023.
● Η βιοτεχνολογική BioNtech ανακοίνωσε νέα μεγάλη επένδυση στο Ηνωμένο Βασίλειο.
● Πολλές από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Γερμανίας, περιλαμβανομένων εμβληματικών εταιρειών όπως η Volkswagen και η Siemens, «ψάχνονται» για επενδύσεις στις ΗΠΑ ή την Ασία.
Στον γερμανικό κατασκευαστικό τομέα, ακόμη χειρότερα: Ενώ η χώρα αντιμετωπίζει στεγαστική κρίση, έχοντας οικιστικό κενό 700.000 κατοικιών, το 2022 χτίστηκαν μόλις 295.300 κατοικίες, έναντι του προαναγγελθέντος από τον καγκελάριο Σολτς στόχου των 400.000, ενώ ο επικεφαλής της γερμανικής Ενωσης Εταιρειών Ακινήτων και Κατοικιών (BFW) δήλωσε ότι οι προοπτικές για το 2024-2025 είναι καταστροφικές και ότι προβλέπει τεράστια πτώση… Το ενεργειακό κόστος και η αύξηση του εργατικού κόστους ως απάντηση στο greedflation και τις απώλειες του εργατικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό αναβαθμίζουν την ελκυστικότητα των αμερικανικών κινήτρων αλλά και των φτηνών εργατικών χεριών της Ασίας.
Η έρπουσα αυτή αποβιομηχάνιση έχει άμεσα αποτελέσματα: Η αύξηση της απασχόλησης χάνει δυναμική, η ανεργία αυξάνεται, οι νέες βιομηχανικές παραγγελίες έπεσαν για δέκατο συνεχόμενο μήνα τον Μάιο. Ταυτόχρονα, η Γερμανία γίνεται λιγότερο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός: Το ύψος των νέων ξένων άμεσων επενδύσεων στη χώρα έπεσε για 5η συνεχόμενη χρονιά το 2022, κατρακυλώντας στα επίπεδα του 2013. Ολα αυτά έχουν φυσικά και πολιτικό-γεωπολιτικό επιστέγασμα: Το ακροδεξιό-ξενοφοβικό AfD αυξάνει ραγδαία την εκλογική και πολιτική του επιρροή, ενώ η γερμανική οικονομία τείνει να συνθλιβεί στον πόλεμο των «βουβαλιών» μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας.
Η «απάντηση»
Πώς απαντά η κυβέρνηση του καγκελαρίου Ολαφ Σολτς σε όλα αυτά; Με τρόπο που όχι απλώς επιδεινώνει τα προβλήματα της γερμανικής οικονομίας, αλλά απειλεί να εξαγάγει το γερμανικό πρόβλημα στην ευρωζώνη και την Ε.Ε. Ηγούμενη στην ευρωπαϊκή τάση επιστροφής στη δημοσιονομική πειθαρχία, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να αυξήσει αποφασιστικά τις περικοπές στον γερμανικό προϋπολογισμό.
Υστερα από 10 συνεχόμενα έτη αυξήσεων και υπερβαίνοντας τις αρχικές εξαγγελίες για περικοπές 18-22 δισ. ευρώ, ο υπουργός Οικονομικών κ. Λίντνερ ανακοίνωσε στις αρχές Ιουλίου περικοπές 31 δισ. ευρώ – προκαλώντας, αναμενόμενα, τριβές στον τρικομματικό κυβερνητικό συνασπισμό, διαμαρτυρίες των συνδικάτων και… την αντίδραση του AfD!
Μόνο ο αμυντικός τομέας γλίτωσε από το κύμα περικοπών, καθώς η κυβέρνηση Σολτς υπέκυψε στις αμερικανικές πιέσεις να φανεί συνεπής στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 2% του γερμανικού ΑΕΠ. Ακόμη κι εκεί όμως, έχουμε καταγγελίες από τμήματα της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας που διαμαρτύρονται ότι το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών αναθέσεων πάει σε αμερικανικές εταιρείες – αποβιομηχάνιση και στον στρατιωτικό τομέα!
Είναι φανερό ότι, έχοντας δώσει η ίδια το «καλό παράδειγμα», η γερμανική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να επιβάλει την επιστροφή στην πανευρωπαϊκή λιτότητα. Οχι μόνο με όπλο τους δημοσιονομικούς κανόνες, αλλά και την επιμονή στο μπλοκάρισμα νέας αμοιβαιοποίησης χρέους, η οποία είχε προταθεί για να χρηματοδοτηθεί ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε απάντηση του προγράμματος Μπάιντεν που προσελκύει ήδη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η γερμανική «ίωση» απειλεί να προκαλέσει ευρωπαϊκή «πνευμονία». Για δύο λόγους: Πρώτο, επειδή το γερμανικό βέτο σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα χρηματοδότησης της «πράσινης» μετάβασης απειλεί τη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή επένδυση. Δεύτερο, επειδή η Γερμανία δεν είναι απλώς η ισχυρότερη οικονομικά χώρα στην Ευρώπη, αλλά και ο βιομηχανικός της πυρήνας και ο μεγαλύτερος επενδυτής και εμπορικός εταίρος.
Καθώς πολλοί στην ίδια τη Γερμανία μιλούν για αποβιομηχάνιση που έχει διαρθρωτικές αιτίες, η Γερμανία και η Ευρώπη φαίνεται να μειονεκτούν στην εκκίνηση του αγώνα δρόμου που το ΔΝΤ αποκαλεί επαναβιομηχάνιση. Η Γερμανία και το europroject δεν είναι στα καλύτερά τους…

Πάνος Κοσμάς
Πηγή: efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: